ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΜΠΛΙΑΝΗΣ

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Λέξεις που Χάνονται

                                          -4-
Κκ 
Καβουρντιστήρι = χειροκίνητη συσκευή καβουρντίσματος καφέ η ρεβιθιών (μεταφορικά το παρωχημένο μηχάνημα)

Καγιανάς (ο) = τηγανιτά αυγά με παραγινομένες ντομάτες
Κάδη (η) = ξύλινος λεπτός κάδος με στενή βάση που χτυπούσαν το γάλα για να γίνει βούτυρο
Καζάντια (τα) = τα πλούτη, τα κέρδη
Καλιά (η) = χρησιμοποιείται στην φράση «πάει καλιά του ή πας καλιά σου» = πάει χαράμι
Κακάβι = χαλκωματένιο σκεύος για βράσιμο νερού
 
Κακαρώνω = πεθαίνω
Κακορίζικος (η, ο) = ο άτυχος, δύστυχος στην ζωή
 Καλαμιά (η) = τα απομεινάρια  στο θερισμένο χωράφι
Κάλεσια (η) = ο χτύπος της καμπάνας  της εκκλησίας που καλεί σε κηδεία
Καλιάζω = ταιριάζω, τα φέρνει η τύχη βολικά
Καλιακούδα (η) = η καρακάξα
Καλιγώνω = πεταλώνω (λεγόταν για τον πανέξυπνο : - καλιγώνει τον ψύλλο)
Καλικούτσια  = μεταφορά κάποιου στην πλάτη, κυρίως παιδιού
Καλμπάτσα (η) = αρρώστια των προβάτων
Καλόγερος = πυώδης φλεγμονή του δέρματος

Καλοφάγοτο = ευχή για το φαγητό

 Κάμαρα, (ή) κάμαρη = Το κυρίως δωμάτιο του σπιτιού (επί τουρκοκρατίας  λεγόταν και «οντάς») 
Καμάτι (το) = το όργωμα ( - πάω να καματέψω το χωράφι) 
Καματερά = ζώα κατάλληλα για  όργωμαΚαμουτσής,
 καμτσί (το) = μαστίγιο για ζώα
 Κανάτι = πήλινο δοχείο για προσφορά κρασιού ή νερού
 Κάνε = τότε, τουλάχιστον «θα μου το δώσεις κάνε», «κάνε από το ένα, κάνε από το άλλο..» 
Κάνουλα (η) = η βρύση του βαγενιού 
Καντάρι = ζυγαριά με τσιγκέλια
Καντίλα (η) = τα σπυράκια στη γλώσσα, ή άφτρα ή ερεθισμός των χεριών από τη δουλειά
 Κάπα(η),καπότα = μακρύ από γιδόμαλλο  ένδυμα τσοπάνη με κουκούλα

 Καπινός (ο) = ο καπνός
 Καπινιά = καπνιά ή καπνιά του τζακιού 
Καπιστράνα (η) = οι λωρίδες στο κεφάλι του αλόγου που κρατάνε το καπίστρι 
Καπίστρι(το) = το χαλινάρι

Κάργα (επίρρημα) = 1) πολύ γερά «κράτα κάργα» 2) «γεμάτο κάργα» 
Καρμανιόλα = μεγάλο πριόνι
Καραμάνικη  (η) = άσπρη προβατίνα με μαύρα σημάδια γύρω στα  μάτια και με φαρδιά ουρά
 

Καραμπουζουκλής (ο) = λεβέντης κοροϊδευτικά (- λεβέντης, ασίκης και καραμπουζουκλής) 
Καρδάρα-ρι = ξύλινο ή μεταλλικό στρογγυλό αγγείο για το άρμεγμα

 
Καρδαμώνω = δυναμώνω, γερεύω 
Καρίτζαφλος = ο λάρυγγας 
Κάρμα =  το ψοφίμι, ψόφιο ζώο 
Καρναβίτσα = εξόγκωμα στα χέρια, μυρμηγκιά
 Καρούλα = το σημάδι από κάψιμο ή η πληγή που αφήνει στα χέρια ή στα πόδια η βέργα ή η ζωστήρα  
καρούλες = φουσκάλες 
Καρούτα (η) = η σκάφη για το φαγητό των ζώων
 Κάσσα = το φέρετρο.
 Κασέλα (η) = ξύλινο κασόνι (μπαούλο) με περίτεχνη διακόσμηση όπου φυλάσσονταν ρούχα και πολύτιμα αντικείμενα

 Κασιδιάρης = χωρίς μαλλιά από αρρώστια 
Κασκαρίκα = φάρσα
 Κατάσαρκα = επάνω στη σάρκα
 Κατάχαμα = χάμω 
Καταχεριάζω = δέρνω κάποιον με το χέρι μου 
Κάτινου = κάποιου (αυτό κάτινους είναι) 
Κάτσενα (η) = προβατίνα με πρόσωπο ανοιχτό καφέ ή κόκκινο. 
 Κατσικάδα, (η) = Χρονιάρα κατσίκα που κρατήθηκε για αναπαραγωγή, 
 Κατσιαπλιάς = (ιδιαίτερα στην κατοχή)= αυτός που εκμεταλλευόταν τις περιστάσεις για κλεψιές και ατιμίες.
 Κατσομαλλιάζω = μου σηκώνονται τα μαλλιά από το κρύο
 Κατσιφάρα (η) = η ομίχλη, η καταχνιά 
Κατσούλα (η) = 1) η κουκούλα της κάπας 2) η γάτα 
Κατώι (το) = το παραδοσιακό ισόγειο που χρησιμοποιείτο για αποθήκη και στάβλος μεγάλων ζώων 
Καυκαλίθρα (η) = είδος αγριόχορτου 
Καψοκαλύβας (ο)= σκωπτικά ο υπερβολικά φιλόξενος 
Κενώνω = σερβίρω, μοιράζω το φαγητό στα πιάτα 
Κερατούκλης = κατεργαράκος 
 Κιλίμι (το) =  χαλί 
Κιότεψα = τέλειωσαν οι δυνάμεις μου, δείλιασα
 Κιοτής (ο) = δειλός 
Κιούπι (το) = πήλινο πλατύστομο σκεύος 
Κιρκινέζι (το) = είδος γερακιού 
Κιώνω =  τελειώνω
 Κλαρίζω =  Κόβω τα κλαδιά δένδρου.
 Κλειώ = κλείνω 
Κλιματσίδα (η) = η κληματόβεργα
 Κλιτσινάρες = τα μακριά και αδύνατα πόδια
 Κλωνά (η) = η κλωστή 
Κοθώνι (το) = ο χαζός, ο βλάκας (αρχαία λέξη: κόθορνος)
 Κοκκινογούλι (το) = μπατζάρι , ραπανάκι
 κοκολόγημα = επίπονο μάζεμα ελάχιστων μικρών καρπών « -είχαν τίποτα φέτος οι καρυδιές ;  - Μπά, κοκολόγια» 
Κολίνα (η) = φέτα πορτοκαλιού ή σκελίδα σκόρδου 
Κολιτσάκι = το άγκιστρο (γάντζος) του σαμαριού από το οποίο δένονται τα σχοινιά του φορτίου 
Κολόκουρος  (ο) = Το πρώιμο μερικό κούρεμα στον αυχένα και στην ουρά του ζώου. Συνήθως γίνεται στο τέλος του Μάρτη.
 Κολοκουρίζω = κουρεύω τα πρόβατα στον αυχένα  στην ουρά και στα οπίσθια.
 Κολάστρα (η) = το πρώτο παχύ γάλα γιδοπροβάτων μετά τη γέννα.
 Κόμπια (τα) =  οι αρθρώσεις του σώματος
 Κομπόδεμα = η αποταμίευση χρήματος σε κόμπο μαντηλιού.
 Κονάκι = 1) η καλύβα του τσοπάνη, σπίτι, νοικοκυριό ή αυτοσχέδιο κατάλυμα 2) είδος μαύρου δηλητηριώδους φιδιού 
Κόνξα (η) = κολπάκια, κόλπο «-μου κάνει κόνξες» 
Κοντύλι (το) = ο κοντυλοφόρος, κομμάτι λίθου που έγραφε στην πλάκα
 Κόπανος = 1) ξύλινο όργανο νοικοκυράς για το κοπάνημα χοντρόσκουτων  ώστε να καθαρίσουν 2) (μεταφ.) ο βλάκας  
Κοπιάζω = δέχομαι πρόσκληση κάπ 
οιου «κόπιασε στο σπίτι, θα κοπιάσω» 
Κοπρίτης = 1) το αδέσποτο σκυλί, κοπρόσκυλο 2) (μτφ.) ο ανεπρόκοπος, ο τεμπέλης
 Κόρα (ή) = ή εξωτερική επιφάνεια(φλούδα) του ψωμιού, 2) το σημείο όπου επουλώνεται μια πληγή 
Κορακιάζω = υποφέρω από δίψα 
Κορακοζώητος (ο) = αυτός που ζει πολλά χρόνια 
Κορίτα = ξύλινη  ή πέτρινη μακρόστενη ποτίστρα και ταΐστρα ζώων (γούρνα), σκαφίδα 
Κόρμπα (η) = μαύρη γίδα 
Kορφολογάω = κόβω τις κορυφές των τρυφερών βλαστών 
Κουρνιαχτός =  μπουχός, σκόνη 
Κόσα (η) = εργαλείο σε σχήμα Γ με ξύλινη λαβή, 2 μέτρων περίπου, κατάλληλο για κοπή χόρτων
 Κότσι = παιδικό παιχνίδι
 Κορκοτσέλι = το ψιλό χαλάζι 
Κορώνω = βρωμάω
 Κοτάω = τολμώ (αποκοτιά= παράτολμη πράξη) 
Κουκουλώνω = σκεπάζω 
Κουμάσι (το) = 1) ο στάβλος του γουρουνιού 2) βρισιά για τον παλιάνθρωπο 
Κουμούτσι =  ξεροκόμματο  ψωμί 
Κουνούκλα (η) = άγριο θαμνώδες φυτό με χαρακτηριστική μυρωδιά
 Κουρεμπάτσης  = ο κουρεμένος σίρριζα με το ψαλίδι ή τη ψιλή μηχανή 
Κουρκούτι,το = 1) ο χυλός, πολτός από μπομποτάλευρο και νερό, 2)το θολωμένο μυαλό 
Κουρμπέτι,το =  το ταξίδι, σεργιάνι «βγήκες στο κουρμπέτι»
 Κουρελού = υφαντό από στενόμακρα κουρέλια 
Κούρνια (η) = το κοτέτσι, ο χώρος που κοιμούνται τα πτηνά 
Κουρνιαχτός (ο) = ο μπουχός, η σκόνη,
 Κουρούνα (η) = το μεγάλο κοράκι 
Κουρούνης = κακομοίρης (επαυξανόμενο : Μαυροκουρούνης) 
Κουρούπα (η) = δοχείο 
Κουσούρι  = ελάττωμα 
Κούτελο (το) = το μέτωπο
 Κουτουλάω = νυστάζω, χτυπώ το κεφάλι σε κάτι 
Κούτουλας = ξύλινο δοχείο για μέτρημα του γάλακτος, ίσο με δύο κιλά περίπου 
Κούτσουρο (το) = 1) κοντοκομμένος κορμός δέντρου 2) μτφ. ο έρημος, ο μοναχικός 
Κουτρούλι = ο σωρός από χώμα που γίνεται με το σκάψιμο του αμπελιού 
Κουτρουλιάζω = φυλάω το χωράφι να μην βοσκηθεί, φτιάχνω σε κάθε γωνιά κουτρούλια
 Κουτσούβελα = μικρά παιδιάΚόφα = Κοφίνι, μεγάλο καλάθι πλεκτό από βέργες λυγαριάς για την μεταφορά σταφυλιών και άλλων ειδών 
Κόφτρα (η) = μεγάλο πριόνι 
Κοψίδι (το) = κομμάτι ψητού κρέατος
 Κοψοχρονιά = μισοτιμής
  Κρέμαση (του μύλου) = το σημείο της πτώσης του νερού στο μύλο 
Κρένω =λέγω, μιλώ (Αγγέλω κρένει η μάνα σου… δημ. Τραγούδι)
 Κριτσανάω = τρώγω τραγανιστά τρόφιμα που βγάζουν ήχο 
Κωλώνω = δειλιάζω, οπισθοχωρώ 
Κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δημοφιλείς αναρτήσεις