ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΜΠΛΙΑΝΗΣ

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Λεξεις που χάνονται

                                      -3-
Ζζ
Zα (τα) = τα ζώα
Zαβλακωμένος = ο ζαλισμένος
Ζαβός =  στριμένος, ανάποδος
Ζαγάρι (το) = κυνηγετικό σκυλί
Ζακόνι (το) = συνήθεια, ελάττωμα
Ζάλα (η) = το φορτίο από ξύλα στους ώμους
Ζαλιά (η) = το φόρτωμα στην πλάτη
Ζαλώνω = φορτώνω κάποιον (Ζαλώνουμαι = φορτώνομαι )
Ζαμάνια = μεγάλη χρονική περίοδος «χρόνια και ζαμάνια…»
Ζαμπλαρίκος = ο  τσιγαρισμένος τραχανάς
Ζάπι ή Ζάφτι (το) = η κατάληψη ενός στόχου «τον έκανα ζάφτι»
Ζεματάω =  «το φαί  ζεματάει», είμαι ζεστός, υπερθερμαίνομαι
Ζεματιέμαι = υποφέρω από το κατακράτημα ούρων ή γάλακτος «η γίδα ζεματίστηκε απ’ το πολύ γάλα»
Ζεμπερέκι (το) = χερούλι, πόμολο ξυλόπορτας που σηκώνεται με το πάτημα του μεγάλου δάχτυλου.
Ζευγάρι (το) = το όργωμα, ζευγάρι ζώων που όργωναν
Ζεύλα (η) = μέρος του ζυγού (ομηρική λέξη= ζεύγλη)
Ζευγολάτης (ο) = ο γεωργός που οργώνει
Ζέχνω =  βρωμάω
Ζυγώνω = πλησιάζω
Ζούδι (το) = το άγριο ζώο
Ζουλάπι = 1) άγριο ζώο, το αγρίμι 2) μτφ. ο κουτοπόνηρος
Ζουλίτσα (η) = είδος σκληρού ορεινού σταριού
Ζουπακιάζω = ζουπάω, πιέζω, χτυπάω
Ζιλές ή ζηλές (ο) = το πλεχτό πουλόβερ
Ζουλάω = πιέζω
Ζουπάω = ζουλάω, πιέζω ασφυκτικά
Ζυγούρι (το) =αρνί που μόλις έχει περάσει το πρώτο έτος της ηλικίας του.
Ζυγός = Εγκάρσιο ξύλο για το αλέτρι, όπου ζεύονται τα ζώα
Ζυγώνω = πλησιάζω
Ζωντανά (τα) = Τα γιδοπρόβατα, τα πράματα.
Ζωντόβολο =  ζώο, βρισιά 


Ήρα, (η) = ζιζάνιο που προσβάλλει τα δημητριακά (αρχαία λέξη=Αίρα)
Ήσκα = μύκητας από τα δέντρα εύφλεκτος που τον χρησιμοποιούσαν για το άναμμα του τσιγάρου με το χτύπημα του πριόβολου (πυριόβολου) στην στουρναρόπετρα
Ηύρα = βρήκα  

Θθ 
Θαμπό = αμυδρό
Θανατικό (το) = θανατηφόρα επιδημία
Θαρρώ = voμίζω
Θελά= ήθελα
Θέλημα (το) = χρειαζούμενο πράγμα «- που τα’ βαλες τα θελήματα»
Θελός(η,ο) = θολός  « -το νερό θέλωσε , είναι θελωμένο)
Θέρμη (η) = ρίγος, πυρετό
Θεμωνιά, (η) = όλος ο σωρός από  χερόβολα και δεμάτια της ετήσιας παραγωγής των σιτηρών
Θράκα = τα κάρβουνα μόλις σβήσει η φλόγα
Θράσιος, (ο) =  χαραμισμένος  «-πήγε θράσιος»
Θρύψαλα (τα) =  μικρά σπασμένα κομματάκια
Θυγατέρα (η) = η κόρη (αρχαία λέξη-θυγάτηρ) (λεγόταν και δυχατέρα)
Θυμητικό (το) = μνήμη εvθυμητικόv, ισχυρή μνήμη
Θυμίαμα (η) =  το άρωμα (καπνός) του λιβανιού  

 Ιι Ινάτι (το) = πείσμα, καπρίτσιο 
Ίσια  (επίρρημα ποσοτικό) = πολύ λίγο, μόλις «ίσια που πρόλαβε»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δημοφιλείς αναρτήσεις