ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΜΠΛΙΑΝΗΣ

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Λέξεις που Χάνονται





 Ρρ 

 Ραμολιμέντο (το)  = ο ετοιμόρροπος,  ο γεροξεκούτης
 Ράσπα = Λίμα για ξύλα  
Ρέγουλα (η) = με μέτρο 
 Ρέντι ή ρέντισμα  = Το ράντισμα 
 Ρεντίκολο = ρεζίλη 
 Ρετάλι (το) = 1. κομμάτι ύφασμα, 2. βρισιά     
Ρέχτη (η) = Η στέγη που εξέχει από τον εξωτερικό τοίχο για να διώχνει τα νερά
 Ρεύω = Ταλαιπωρούμαι από κακουχίες  «Θα σε ρέψω» 
 Ρημαδιακό (το) = Έρημο σπίτι «στο ρημαδιακό μου»= το φτωχικό μου  
Ριζάφτι  (το) =  η ρίζα του αφτιού 
 Ριζικό (το) = το πεπρωμένο  
Ροβολάω = κατηφορίζω  
Ρογώνω = Οργώνω το κατάλληλο για καλλιέργεια χωράφι μετά από βροχή 
 Ρογός (ο) = ζεστός χώρος για νεογέννητα αμνοερίφια  
Ροϊδάμι = Βλαστάρι πουρναριού (αρχαία λέξη: ορόδαμνος)  
Ροϊδάνι = το εργαλείο που καλαμίζει (τυλίγει στο καλάμι) το νήμα στην ανέμη  (από το αρχαίο ροδάνη) (μεταφ. «πάει το στόμα του ροϊδάνι») 
 Ροϊδίκι (το) = άγριο λάχανο , ραδίκι 
 Ρόκα = υφαντικό εργαλείο για το γνέσιμο(κλώσιμο της κλωστής) του μαλλιού  
Ρούγα (η) = η γειτονιά, δρομίσκος  « κάθε τόπος και ζακόνι κάθε γειτονιά και ρούγα»  
Ρουκουλάω =  κυλάω 
Ρούντζα   =  μούτρωμα, ο θυμός, η κατήφεια   
Ρουπώνω = γεμίζω το κρασοβάρελο με νερό για να στανιάρει  “ρούπωσε το βαγένι” 
Ρουσούμπελη =  πρήξιμο 
 Ρουτζώνω = μουτρώνω   («μου ρούτζωσε» = μου μούτρωσε ) Ρουφιάνος = Ο σπιούνος, ο συκοφάντης, ο καταδότης  
Σσ
 
Σάβανο (το) = το σεντόνι που τυλίγουν το νεκρό
Σαδώ  = προς τα δω, κατά δώ
Σαδώ, σακεί = από εδώ, από εκεί
Σακάτου = προς τα κάτω
Σακεί =  προς τα εκεί , κατακεί σιαδώ
Σάματι = σάμπως, μήπως
Σανός (ο) = ξερό χορτάρι για τροφή ζώων
Σάξε = ταχτοποίησε, φτιάξε
Σαπάνου = προς τα επάνω
Σαπέρα = προς τα πέρα
Σάϊσμα (το) = στρωσίδι του αργαλειού από γιδόμαλλο
Σαΐτα = 1. Είδος φιδιού που πηδάει 2. Εξάρτημα του αργαλειού (περιλαμβάνει το υφάδι) για το πέρασμα(ρίξ
ιμο) της κλωστής του υφαδιού στις κλωστές του στημονιού
Σακιάζω = Γεμίζω τα σακιά (τσουβάλια)
Σαλαγάω =  οδηγάω τα ζώα με φωνές  κινήσεις & σφυρίγματα
Σαλαμούρα (η) = άρμη, αλατόνερο
Σάλεψε = κινήθηκε, μετακινήθηκε
Σάλμη (η) = το άχυρο της βρόμης
Σαμάρι = Εξάρτημα που τοποθετείται στη ράχη των ζώων(υποζυγίων)
Σάματις =  σάμπως, μήπως
Σαπίτης = είδος φιδιού
Σάρα (η) = σκουπίδια, οι άχρηστοι άνθρωποι, « η σάρα και η μάρα»
Σαρίγκαλος (ο) = σαλιγκάρι
Σαρίδι (το) = 1. Μικρό σκουπίδι 2. Ο τιποτένιος
Σάρωμα (το) = η σκούπα
Σάψαλο (τα) = Τριμμένο, θρυμματισμένο, μτφ. διαλυμένος από κούραση « - Εγύρισα απ’ τ’ αμπέλι σάψαλο …»
Σβάρνα, (η) =ξύλινο ή μεταλλικό  γεωργικό εργαλείο (με πλεκτές βέργες) για το  στρώσιμο του οργωμένου χωραφιού  «Πήρε σβάρνα τα χωριά» = γύρισε σε όλα τα χωριά
Σβερκώνω = Χτυπώ στον σβέρκο (αυχένα) « - θα σε σβερκώσω …»
Σβερκώνομαι = Κοιμάμαι «-Μάνα πεινάω… -Σβερκώσου να το ξεχάσεις…»
Σγκάρλισμα= το ψάξιμο μέσα στις λάσπες από τις κότες
Σειριά (η) = Το σόι, η ράτσα, η γενιά
Σεκλέτι (το) = η στενοχώρια
Σέκος =  ξερός,   νεκρός (λέγεται και για τον πολύ κουρασμένο «έπεσε σέκος» )
Σέλα (η) = το  δερμάτινο σαμάρι ιππασίας
Σέμπρος (ο) = ο συνέταιρος στις γεωργικές εργασίες
Σεντούκι (το) = μπαούλο όπου φυλάσσονται κοσμήματα,  χρήματα και  έγγραφα
Σέρσεγκας ή σερσέγκι =  Καφέ κίτρινο μεγάλο έντομο με δηλητηριώδες κεντρί (σαν μεγάλη μέλισσα)
Σέπομαι = σαπίζω (δημ. τραγούδι: «αν στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει…») –από την αρχαία λέξη σήπομαι
Σεργιάνι (το) = ο  περίπατος, η βόλτα
Σιμπάω = αναζωπυρώνω τη φωτιά
Σιόπα (η) = Το ξύλο, το ματσούκι «θα πέσει σιοπάκι»
Σκαμαγκίδα (η) = το ψιλό «περονιαστό» χιονόνερο
Σκαμπίλα (η) = η σφαλιάρα στο μάγουλο
Σκαπετάω = 1. Καταπίνω γρήγορα, καταβροχθίζω 2. Απομακρύνομαι περπατώντας και χάνομαι στο βάθος του δρόμου
Σκαρφαλώνω = Ανεβαίνω σε δέντρο, αναρριχιέμαι
Σκασίλα (η)  = στεναχώρια . σαρκασμός =«σκασίλα μου»
Σκαφίδι = Κοίλο σκεύος, ξύλινη σκάφη για ζύμωμα
Σκερβελές (ο)  =  ο ανεπρόκοπος άνθρωπος
Σκιάζουμαι  = φοβούμαι, τρομάζω
Σκιάχτρο =  ομοίωμα ανθρώπου με παλιόρουχα για τον εκφοβισμό των ανεπιθύμητων ζώων & πουλιών
Σκλήθρα (η) = Μυτερή και λεπτή πελεκούδα ξύλου που καρφώνεται συνήθως στα χέρια
Σκορδοκαΐλα = αδιαφορία  για κάτι συγκεκριμένο «σκορδοκαΐλα μου»
Σκοτούρα (η) = 1. η ζάλη 2.ο προβληματισμός  για κάποιο ζήτημα
Σκουληκαντέρα (η) = μεγάλο σκουλήκι της γης σαν άντερο
Σκουλικιάζω = Βρωμίζω
Σκουντάω = σπρώχνω, ακουμπάω σκουντηξιά (η) = σπρωξιά.
Σκουντουφλάω =  σκοντάφτω,
Σκουράντζος (ο) = η παστή ρέγκα
Σκουτί (το) = Μάλλινο χοντρό ρούχο. (Από το σκότος)
Σμπαράλια =πολλά σπασμένα κομμάτια
Σουβλερό = μυτερό
Σούδα (η) =  χώρισμα ανάμεσα σε σπίτια, στενό κομμάτι χωραφιού
Σουλούπι (το) = η εμφάνιση
Σουγλάω = σουβλίζω
Σούγλα = η σούβλα
Σουγλί (το) =  μυτερό εργαλείο του τσαγκάρη
Σουλατσάρω = «κόβω βόλτες» άσκοπα, περπατάω

Σουρλάω =  σφυρίζω
Σούρνω =  Σχολιάζω, κακολογώ, βρίζω («του έσουρε τα εξ αμάξης»)
Σούρουπο = Το ηλιοβασίλεμα. Το σουρούπωμα
Σοφράς (ο) = χαμηλό τραπέζι
Σπάρτο (το) = αυτοφυής θάμνος από το οποίο με κατάλληλη επεξεργασία έφτιαχναν στρωσίδια και σαρώματα
Σπιθούρι = Σπυράκι
Σπιρτοκούμπουρο (το) = το πανέξυπνο παιδί
Σπολλάτι = (από την ευχή: εις πολλά έτη) λεγόταν ως ειρωνικό επιφώνημα με την έννοια: πάλι καλά «-σπολλάτι που μας κάλεσες…»
Σταλίζω =  Χασομεράω, ξεκουράζομαι το μεσημέρι κάτω από το δέντρο
Στάμνα = δοχείο πήλινο με λαβή για την μεταφορά νερού από την βρύση
Στανιάρω =  Επανέρχομαι στην αρχική θέση «το βαρέλι στάνιαρε»= έσφιξε από το νερό και δεν τρέχει
Στασιό = Στάση, Ξεκούραση για λίγο «το παιδί δεν έχει στασιό»
Στιλιάρι (το) = η ξύλινη λαβή των εργαλείων, το ξυλοφόρτωμα
Στέρφος (η, ο) = στείρος, άτεκνος
Στεφανοθήκη = θήκη για τα στέφανα
Στούμπος = 1. Ο κοντόχοντρος  2.στρογγυλή λεία πέτρα με την οποία έτριβαν  το αλάτι & άλλα , «θα στουμπίσω το αραποσίτι»
Στουρνάρι (το) = γερή πέτρα κόκκινου χρώματος
Στυλιάρι (το) = 1. Ξύλο γεωργικών εργαλείων 2. Αγράμματος, «στυλιάρι στα γράμματα, ξύλο απελέκητο»
Στραβούλιακας = Βρισιά για τον ζημιάρη
Στρακαστρούκα (η) = αυτοσχέδια κροτίδα
Στράτα (η) = το δρομάκι
Στράφι = άδικα, στα χαμένα
Στρίβλα (η) = πιεστικό μηχάνημα για την σύσφιξη (στρίβλιασμα) των σταφυλιών
Στρίγγλικο (το) = καχεκτικό παιδί & προσφώνηση σε άτακτο παιδί
Συνερίζομαι =  παρεξηγώ κάποιον, τσακώνομαι.
Συχαρίκια (τα) = Τα ευχάριστα μηνύματα για γάμο, βαφτίσια κ.λ.π. το φιλοδώρημα σ’ όποιον φέρνει ευχάριστη είδηση
Σφαχτά (τα) = Τα γιδοπρόβατα, το κοπάδι,  το προς σφαγή ζώο
Σφοντύλι (το) = 1. υφαντικό εργαλείο, στρογγυλή πέτρα που τοποθετείται στο κάτω μέρος του αδραχτιού και διευκολύνει την περιστροφή του για το κλώσιμο της κλωστής 2. Κάτι ξαφνικό, ταμπλάς «μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι»
Σώγαμπρος (ο) = ο γαμπρός που κατοικεί μαζί με τα πεθερικά του
Σώνω = τελειώνω κάτι, εξαντλώ
Σώσμα = το κρασί στο  τελείωμά του  

Ττ
Τάβλα (η) = σανίδα, τραπέζι συμποσίου
Ταή (η) = το φαγητό των ζώων
Ταμαχιάρης (ο) =  ο δουλευταράς
Ταμπλάς= ημιπληγία, απότομα, απρόοπτο
Ταμτέλλα (η) = η δαντέλα
Ταπίστωμα = πέσιμο ανάποδα,μπρούμητα  «- έπεσε ταπίστωμα»
Ταχιά = Αύριο
Ταράκουλο (το) = Ταραχή
Τέζα (η) = τέντωμα, «τεζάρωσε» πέθανε
Τελάλης (ο) = διαλαλητής (τούρκικη λέξη=tellal)
Τεμπελχανάς = ο τεμπέλης
Τέμπλα (η) = Μακρύ ξύλινο ραβδί για το ρίξιμο  των καρπών από τα  δέντρα.
Τέντα = ορθάνοιχτα
Τέντζερης (ο) = Χάλκινο σκεύος με καπάκι, κατσαρόλα μαγειρέματος
Τετραπέρατος (ο) = ο πανέξυπνος σε όλα
Τζερεμές =  ανυπολόγιστο έξοδο
Τηλώνω = Χορταίνω
Τζερεμές (ο) = η άδικη ποινή
Τηράω = κοιτάω, προσέχω,  τήρα κει = κοίτα εκεί
Τηράγομαι = 1. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη 2.  εξετάζομαι για αρρώστια
Τίγαρις = μήπως « - τίγαρις τελειώσαμε τη δουλειά; » (από το αρχαίο τι γαρ)
Τουλούμι (το) = το ασκί, το φουσκωμένο δέρμα
Τουλούπα (η) =Τούφα (μπάλα) μαλλιού, η νιφάδα του χιονιού
Τούρλα = πολύ γεμάτο, ξεχειλισμένο
Τουρλόκωλα, επίρ.  = πέφτω μπρούμυτα, ( «τουρλοκολιάστηκε από το ζώο» = έπεσε)
Τριπουσάκι (το) = ζιζάνιο των δημητριακών
Τροκάνι (το) = Το κουδούνι των προβάτων
Τραβάω = Κατευθύνομαι («τράβηξε για το ποτάμι»)
Τρακάδα (η) = στοίβα ξύλων
Τραμπουζάνα ή ντραμουτζάνα = Μεγάλη πλεγμένη με ψάθα μπουκάλα
Τράτο (το) = το περιθώριο
Τράφος = ρέμα, τάφρος
Τρίμματα (τα) = ψίχουλα
Τριτσινάω, ντριτσινάω = Κλωτσάω κατ’ εξακολούθηση
Τριφτάδες (οι)  = Παραδοσιακό ζυμαρικό που παρασκευάζεται στη στιγμή
Τρίφτης =  σύνεργο νοικοκυράς
Τριχιά (η) = μακρύ σχοινί
Τρουποκεφαλιάζω = Πληγώνω πετώντας πέτρα στο κεφάλι
Τρούπα (η) = τρύπα
Τρουπώνω =  Καταφέρνω να μπω κάπου
Τροΰρω, τρογύρω = Τριγύρω
Τσαλαφός (ο) = Ο χαζός, αυτός που δεν παίρνει από λόγια
Τσαμπάσης (ο) = Έμπορος αλόγων
Τσάμπουρο (το) = υπόλειμμα σταφυλιού χωρίς τις ρόγες
Τσανάκα (η) = η καρδάρα
Τσαντίλα (η) =  το πανί (πάνα,σάκος) για το στράγγισμα του τυριού και της μυζήθρας .

Τσάχαλο (το) = ξυλαράκι, «θα μαζέψω τσάχαλα για την φωτιά»
Τσιαΐρι (το) = πέτρες τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, οι οποίες απαγόρευαν τη βοσκή στον συγκεκριμένο χώρο «τσιαϊρωμένο χωράφι»
Τσιακουμάκι = Ο αναπτήρας (με πριόβολο και ίσκα)
Τσιλίκι (το) = μικρό ξύλο με το οποίο παιζόταν το ομώνυμο παιχνίδι
Τσιουράπια =  κάλτσες
Τσουκάλι = χάλκινο στενό σκεύος με χερούλι για ζέσταμα του νερού στο τζάκι
Τσέγκουρα (τα) = τα άγουρα μικρά σταφύλια που δεν συλλέγονται στον τρύγο
Τσεμπέρι (το) = Βαμβακερό υφαντό μαντήλι , κεφαλομάντηλο
Τσέπι (το) = το κέρατο
Τσέρλα (η) = Διάρροια, ευκοίλια
Τσίμπλα (η) = κολλώδες υγρό στο μάτι, ο τσιμπλιάρης
Τσιγαρίδα (η) = Κομμάτι παστού χοιρινού κρέατος
Τσιγαρίζω =  Τηγανίζω κρέας
Τσιλιβήθρα =  πολύ αδύνατος
Τσιροπούλι (το) =το μικρό πουλί, σπουργίτι.
Τσιτσί = Κρέας (έκφραση μωρών)
Τσίφτης =   ο μπεσαλής, ο εξηγημένος
Τσότρα (η) = το ξύλινο παγούρι
Τσουλώνω = σηκώνω τα αυτιά
Τσούπα (η) = το κορίτσι, η κοπέλα, η κόρη
Τσουράπια =  μάλλινες κάλτσες.
Τυλώνομαι = χορταίνω φαγητό  

 Υυ Υφάδι = Το νήμα του αργαλειού που υφαίνεται στο στημόνι 
 Φυ
Φάγνα (η) = η τροφή των ζώων
Φαγιά (τα) = φαγητά
Φαμπελιά (η) = η οικογένεια (Φαμπελιάρης= ο οικογενειάρχης)
Φαρμακίλα (η) = η πίκρα, «άσε με στην φαρμακίλα μου παιδάκι μου»
Φαρμακώνω = 1. δίνω φαρμάκι σε κάποιον 2. «κάνει φαρμάκι» κάνει πολύ κρύο, 3. «φαρμάκωσε τώρα» τρώγε τώρα
Φασκελοκουκούλωτα = έκφραση απελπισίας (στην κυριολεξία= -μούντσωσέ τα και σκέπασέ τα )
Φασκιά =  λωρίδα ύφασμα που τύλιγαν το σώμα των νεογέννητων
Φασούλια = Τα φασόλια
Φελάω = αξίζω
Φέρμελη (η) = κεντημένο γιλέκο φουστανελά (αρβανιτ. λέξη:fermele)
Φιδοπουκάμισο = το δέρμα του φιδιού
Φιλεύω = Κερνάω σε σπίτι, προσφέρω γλυκό
Φιρί φιρί = πας γυρεύοντας,  ψάχνεσαι
Φιτιλιά (η) = το ανακάτεμα σε τσακωμό, η ραδιουργία
Φκιάνω = φτιάχνω
Φκιασίδι (το) = το κοκκινάδι για το πρόσωπο, το στολίδι
Φκυάρι = Φτυάρι
Φλετουράω = φτερουγίζω
Φούρλα (η) = Περιστροφή, Το γύρισμα στο χορό
Φούρκα (η) = ξύλινος πάσσαλος με διχάλα
Φουρνόξυλο (το) = ξύλο για τη διευθέτηση της φωτιάς του φούρνου
Φούσκος (ο) = τούμπα ή σκαμπίλι « -Έφαγε ένα φούσκο ...»
Φτενός (η,ο) = ο λεπτός
Φτούνα =  αυτά
Φυγιάστηκα = κρύωσα πολύ
Φυσηχτήρι  = Τρυπημένο καλάμι για το φύσημα της φωτιάς
Φώλος (ο) = το αυγό που βάζουν στη φωλιά για να κλωσήσει η κότα
Φώτιμα = Το ξημέρωμα 

Χχ
Xαβάς (ο) = ο σκοπός τραγουδιού
Χαγιάτι (το ) = ο ξύλινος εξώστης, η βεράντα
Χαϊμαλί (το) = 1.το στολίδι των ζώων με χάντρες 2.το φυλαχτό
Χαΐρι (το) =  η προκοπή « - Δεν θα ιδείς χαϊρι και προκοπή»
Χαμοκέλα (η) = ισόγεια πέτρινη ή πλίνθινη κατασκευή  που χρησίμευε για  αποθήκη
Χάμου = χάμω, κάτω
Χαμπέρι (το) =  η  είδηση, το μαντάτο
Χαμπερίζω =  υπολογίζω, λογαριάζω
Χαμπηλώνω χαμπηλά = Χαμηλώνω, χαμηλά
Χαράμι = άδικα
Χαραμοφάης = ο τεμπέλης,  αυτός που τρώει χωρίς να προσφέρει
Χάρβαλο (το) =  Το χαλασμένο, διαλυμένο, ετοιμόρροπο
Χάση (η) = το χάσιμο του φεγγαριού
Χάσκω = γελάω με αφέλεια, με το στόμα ανοιχτό
Χασκογελάω = χαζογελάω χωρίς λόγο
Χασομέρι (το) = η αργοπορία, χαμένος χρόνος « - Μη χασομεράτε…»
Χαχαλάκι (το) = ο πολύ γέρος και αδύναμος άνθρωπος
Χάχας (ο) = αυτός που γελάει διαρκώς & άσκοπα
Χαψιά (η) = η μπουκιά
Χειρόβολο  (το) = μια χεριά θερισμένα στάχυα δεμένα με καλαμιά (σύνθετη λέξη με καταβολή αρχαία- όσο χωρά ένα χέρι)
Χεριά (η) =  όσο πιάνει ένα χέρι
Χερικό (το) = το καλό χέρι όπως το ποδαρικό
Xερχέρι = γρήγορα- γρήγορα, αμέσως
Χιονίστρα (η) = μούδιασμα με κοκκίνισμα και πόνους των άκρων από το  κρύο
Χλαπακιάζω = Τρώγω λαίμαργα και με θόρυβο
Χλιαίνω = Ζεσταίνω
Χόβολη (η) =  η θράκα, τα αναμμένα κάρβουνα σκεπασμένα με στάχτη
Χολιασμένος = ο θυμωμένος, στενοχωρημένος
Χούι = Άσχημη συνήθεια, ελάττωμα
Χούνη (η) = 1. Στενό μέρος που ο θόρυβος δημιουργεί αντίλαλο 2. Σκοτεινό στενό μέρος
Χουνέρι (το) = μεγάλη ζημιά, βλάβη, πάθημα
Χουχουλιέμαι= Ζεσταίνω με την αναπνοή τα χέρια, ανασαίνω πάνω στα χέρια μου
Χουχλάζει = κοχλάζει, βράζει, χούχλος
Χτένι (το) = 1) οδοντωτό εξάρτημα του αργαλειού, κατασκεύασμα με ακίδες καλαμιού που περνούν τα νήματα του στημονιού 2) μικρή χτένα μαλλιών
Χτικιό (το) = Ανίατη ασθένεια, η φυματίωση
Xτικιάρης (α,ικο) =  ο φυματικός, ο φθυσικός
Χυλοπίτες = Ζυμαρικό κομμένο σε λωρίδες ή παραλληλόγραμμα κομμάτια
Χυλός (ο) = πρόχειρο φαγητό στο τέντζερη με αλεύρι και νερό
Χωρατό (το) = το γέλιο, το αστείο  

Ψψ
Ψείρες (οι) = παλιό παιχνίδι (με λακκούβες και μπάλα)
Ψιλολοΐδια = μικροπράγματα
Ψιχάλα (η) = το ψιλόβροχο
Ψιχαστήρα (η) = Μεταλλική χειροκίνητη συσκευή για τον ψεκασμό του αμπελιού
Ψυχοπονάω = λυπάμαι, σπλαχνίζομαι (Ψυχοπονιάρης =λυπησιάρης)  


Από τήν ιστοσελίδα τού κυρίου  ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΟΥΡΤΗ  " Ψάρι Κορινθίας"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δημοφιλείς αναρτήσεις