ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΜΠΛΙΑΝΗΣ

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Λέξεις που Χανονται

                                               -5-
Λλ 
Λάβρα (η)  = η μεγάλη ζέστη από τον Ήλιο  και τη φωτιά.
Λάγια  =  μαύρη προβατίνα
Λάζο (το) = χωράφι με πλούσιο χορτάρι για βοσκή
Λαήνα (η) = πήλινο κιούπι (μεγάλο δοχείο) με καπάκι που έβαζαν τρόφιμα, ελιές, τσιγαρίδες κ.λ.π..
Λακάω = φεύγω, τρέχω βιαστικά, δραπετεύω.
Λακριντί (το) = ψιλοκουβεντούλα, κουτσομπολιό
Λαλακιάζω = διψάω αφόρητα ( π.χ. λαλάκιασε από τη δίψα)
Λάλησε = Έχασε τα λογικά του, παραφρόνησε, ξέφυγε
Λακριντί (το) = κουτσομπολιό
Λάμια (η) =στρίγγλα, νεράιδα
Λαμπίκος (ο) = Ο γυαλιστερός «τα πιάτα έγιναν λαμπίκο»
Λανάρι = ξύλινο εργαλείο σαν βούρτσα για το «ξάσιμο» του μαλλιού με μεταλλικά δόντια (καρφιά)
Λαναρίζω = ξαίνω το μαλλί.
Λαχίδι (το) = μικρό χωράφι από λαχνό (αρχαία λέξη= λάχος)
Λεβέτι (το) =μεγάλο χαλκωματένιο καζάνι  με χερούλια (αρχ.: λέβης)
Λεημόνι (το) = λεμόνι
Λειόκριση = Η πανσέληνος
Λειτουργιά (η) = το πρόσφορο, το σφραγισμένο με την ξύλινη σφραγίδα ψωμί που προσφέρεται στον ιερέα στις ονομαστικές εορτές κ.λ.π.
Λελούδι = Το λουλούδι
Λερός =  Ο λερωμένος, ο βρώμικος
Λέτσος = Ο κακοντυμένος, ο ατημέλητος
Λεφούσι (το) =  μεγάλο πλήθος από ανθρώπους ή ζώα ή έντομα
Λησμονάω η αλησμονάω =ξεχνώ «- Δεν ήρθες… -Τ’ αλησμόνησα…»
Ληνός (ο) = Πατητήρι
Λιάζω = από το ηλιάζω, αποξηραίνω στο ήλιο (τρόφιμα στο λιακωτό= βεράντα).
Λιανός = λεπτός, αδύνατος, μικρός
Λιάρος (ο) =  παρδαλός, ασπρόμαυρος.
Λιάρα (η) = Ασπρόμαυρη γίδα, κατσίκα
Λίγδα (η) = Το λυομένο πάχος από το παστό του γουρουνιού, ο λεκές
Λίμα, Λιμασμένος = Πείνα, Πεινασμένος
Λιμοκοντόρος = φτωχός νέος που ντύνεται με ωραία φανταχτερά ρούχα
Λίμπα =  μεταλλικό ή πήλινο δοχείο αποθήκευσης λαδιού
Λιμπίζουμαι = επιθυμώ, λαχταρώ
Λινάτσα = τσουβάλι
Λιόκρινο = «ρίχνω το λιόκρινο» υλικό για ξεμάτιασμα
Λιχνάω λιχνίζω = σηκώνω με το δικριάνι το αλωνισμένο σιτάρι για να ξεχωρίσω με την βοήθεια του αέρα τον καρπό από το άχυρο.
Λιχνιστήρι = δεκριάνι, ξύλινο εργαλείο σαν πιρούνι για το λίχνισμα του άχυρου στο αλώνι
Λόϊδο = Η τούφα από τα μαλλιά στο μέτωπο
Λόρδα (η) = η πείνα, «τον έκοψε η λόρδα»
Λούμπα (η) =  λακκούβα με θολό στάσιμο και βρόμικο νερό.
Λουμώνω = κρύβομαι
Λούρα (η) = καμουτσί, λουρί, ψιλή βέργα
Λόϋρα = ολόγυρα
Λούτσα = μούσκεμα «έγινε λούτσα απ’ τη βροχή» (σλάβικη λέξη= luze)
Λυγιά (η) = η λυγαριά
Λυγερή (η) = γυναίκα ευκίνητη, λεπτή ψηλή και κομψή.
Λυκοφαγωμένο (το) =μτφ. βρισιά για παιδιά και ζώα.
Λυσσιακό (το) =   η λύσσα
Λυχνοστάτης (ο) = ξύλο που κρατούσε το λυχνάρι 

 
Μμ

 Μαγάρα (η) = ακαθαρσία (από το μίασμα)
 Μαγαρισμένος (η, ο) =  1) ο ανήθικος,2) αυτός που έχει διαπράξει μιαρή πράξη
 Μαγκούφης (ο) = ο μοναχικός και ο έρημος στον κόσμο
Μαμούρι = 1.Το μικρό παιδί 2. το χαμίνι, το διαολόπαιδο 
Μάνα = Ο αρχηγός των παιδικών παιχνιδιών, η αρχική πηγή 
Μανάρι (το) =οικόσιτο αρνί ή κατσίκι. (παράφραση του αρχαίου «αμνός»)
 Μάρα =  χωρίς έννοια, «άρες μάρες κουκουνάρες», ανόητα πράγματα
 Μάνι μάνι  = τώρα αμέσως 
Μανόγαλο (το) = της μάνας το γάλα 
Μανουσάκι (το) = το κυκλάμινο 
Μάνταλο (το) = σύρτης κουφωμάτων 
Μαντάτο (το) = η είδηση, το νέο 
Μαντράχαλος = Ο ψηλός και άχαρος
 Μαντρί (το) =  πρόχειρος χώρος για την στέγαση  κοπαδιών 
Μαράζι (το) =  καημός 
Μαραζωμένος, (η, ο) =  χτυπημένος από μεγάλο καημό, ο καχεκτικός.
 Μαραφέτι =  εργαλείο
 Μάρκαλος (ο) = το ζευγάρωμα των αιγοπροβάτων για αναπαραγωγή.
 Μάσια (η) = τριγωνικό εργαλείο για το τζάκι 
Μασούρι = Εξάρτημα του αργαλειού λεπτό καλάμι όπου τυλίγεται επάνω το νήμα (γνέμα) 
 Μαστάρι (το) =  το στήθος των ζώων. 
Ματιάζω = μτφ βασκάνω 
Ματσούκι (το) = το ξύλο, ο ξυλοδαρμός, το μαστίγιο.
 Μασουλάω =  σιγομασάω 
Μαχαλάς (ο) = η γειτονιά του χωριού 
Μελεούνι (το) =  αμέτρητο πλήθος
 Μερελός (ο) = ο μουρλός, μισότρελος
 Μερεμετάω = επιδιορθώνω 
Μερεμέτια =  ψιλοδουλειές 
Μερμελάει = Η ενόχληση από τις πληγές ή το τσίμπημα εντόμου  «με μερμελάει» 
Μεροδούλι (το) = το μεροκάματο, αμοιβή μίας ημέρας δουλειάς 
Μερτικό (το) = το μερίδιο 
Μεσάντρα (η) = εσωτερικό χώρισμα (τοίχος) του σπιτιού 
Μεσιακό (το) = κάτι που ανήκει σε δύο. (λεγόταν και συμεσιακό) 
Μετερίζι (το) = το οχύρωμα, η θέση μάχης προμαχώνας, ταμπούρι,     τουρκ. meteris 
Μιλιόρα (η) = η προβατίνα η πρωτόγεννη 
Μισογόμι = Το φορτίο στη μέση του σαμαριού
 Μισοφόρι (το) = εσωτερικό γυναικείο ένδυμα 
Μιτάρι =  το τοποθετημένο νήμα στον αργαλειό, το οποίο στηρίζεται σε 2 ξυλαράκια. 
Μολέβω = μολύνω, (μόλεμα= μολυντήρι) 
Μολογάω = διηγούμαι, σχολιάζω, «Για μολόγα μου τα νέα» 
Μονάντερος = Ο αχόρταγος 
Μόνοιασμα = Η συμφιλίωση 
Μορώνω = Σταματάω να κλαίω 
Μόσκος (ο) = αρωματικό υγρό, μυρουδιά,  ευωδία «το μόσκο το γαρίφαλο» (& ευχή = -μόσκος να ‘ναι το κρασί) 
Μοσχαναθρεμένος (η, ο) = ο μεγαλωμένος με όλα τα καλά 
Μούλικο (το) = νόθο, εξώγαμο παιδί 
Mουλοχτός (ο) = ο μαζεμένος, ο ύπουλος 
Μουνουχάω =   ευνουχίζω, κόβω τα αχαμνά ζώου 
Μουνούχης = Μουνουχισμένος (μτφ. στείρος) 
Μούντζα (η) = χειρονομία με ανοιχτή την παλάμη (ρ.μουτζώνω)
 Μουντζαλιά (η) =  μουντζούρα από μελάνι. 
Μουστρίζομαι = λερώνομαι στα μούτρα τρώγοντας (μουστρέτσης (ο) 
Μούτζωτα = παράταττα (- Μούτζωτα , δεν πάνε καλά οι δουλειές)
 Μουτζήθρα (η)= μυζήθρα-είδος τυριού (από τον τόπο καταγωγής του είδους , Μυζηθράς-Μυστράς) 
Μούργος = Ο τεμπέλης,  το μαύρο σκυλί 
Μουρντάρης = Αυτός που κυνηγά τον ποδόγυρο
 Μουρόχαβλος = Βλάκας
Μουστερής = Ο επισκέπτης, ο πελάτης, ο μουσαφίρης                 (λαϊκή έκφραση: - Ε ρε πράμα που σαλεύει και τον μουστερή γυρεύει) 
Μουχρούτα = Βαθύ  πήλινο πιάτο «έφαγε μια μουχρούτα λαζάνια»
 Μουσαφίρης (ο) = ο φιλοξενούμενος 
Μούσκλια (τα)  = παράσιτα που καλύπτουν τους κορμούς των δέντρων, πρασινάδες στα λιμνάζοντα νερά 
Μπαγλαρώνω = δένω πιστάγκωνα κάποιον 
Μπαϊλντίζω =  βαριεστώ, βαριέμαι 
Μπαΐρι = Άγονο ακαλλιέργητο χωράφι 
Μπάκα (η) = η κοιλιά 
Μπακανιάρης (α,ικο) =  1. αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά 2. Άρρωστο από σπλήνα παιδί 
Μπάλιος (ο) = το κατάμαυρο άλογο με μια άσπρη βούλα στο κούτελο 
Μπαλντούμι (το) = Λουρίδες από δέρμα  που συγκρατούν το σαμάρι  στα οπίσθια του ζώου (γαϊδουριού ή αλόγου). 
Μπαντανία (η) = μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα 
Μπαξές (ο) = ο κήπος 
Μπάστακας (ο) =  αυτός που στέκεται ενοχλητικά ασάλευτα δίπλα μας
 Μπατάκα (η) = η πατάτα
 Μπαταλιακό ή μπάταλο (το) = άχρηστο «-δεν έκαμε τίποτα φέτο το μπάταλο»
 Μπελάς =  δύσκολη κατάσταση 
Μπερντάχι = ο ξυλοδαρμός, «θα σου δώσω ένα μπερντάχι»
 Μπίζ (το) = Είδος παιχνιδιού
 Μπίλια (η) = Γυάλινος βώλος
 Μπινιάρης (α,ικο) = ο δίδυμος
 Μπίτι = ολότελα, καθόλου (τουρκική λέξη=bit) 
Μπλάστρης (ο) = κυλινδρικό ξύλο με το οποίο άνοιγαν και άπλωναν  το φύλο για τα ζυμαρικά 
Μπλατσουράω = Τσαλαβουτώ στα νερά
 Μπουγεύομαι = Μεγαλώνω, δυναμώνω « -τ’αμπέλια μπουγέψανε»  
Μπούκα  = στόχος, στο μάτι, στη μπούκα του ντουφεκιού 
Μπόλικος = Πολύς 
Μπομπότα (η) = ψωμί από καλαμποκάλευρο
 Μπονόρα = πολύ πρωί, το ξημέρωμα 
Μπόρα (η) = η ξαφνική βροχή 
Μποστάνι (το) = περιβόλι 
Μποτίλια (η) = Μπουκάλα 
Μπότσα (η) = Πήλινο η γυάλινο αγγείο υγρών που χωρούσε δύο οκάδες, για την φύλαξη του κρασιού ή του τσίπουρου.
 Μπουλούκια = ομάδες, πολλοί μαζί, κοπάδι πουλιών
 Μπουγιουρντί (το) = έγγραφο με δυσάρεστα νέα, λογαριασμός (τούρκικη λέξη) 
Μπούζι = πολύ κρύο, πάγος, χωριό στην περιοχή μας (τουρκική λέξη= buz) 
Μπουζουριάζω =  κλείνω στη φυλακή, σπρώχνω 
Μπούλμπερη ή Μπούρμπερη= σκόνη «-Μπα που να γένεις στάχτη και μπούρμπερη» 
Μπουναμάς (ο) = το φιλοδώρημα στα παιδιά τις γιορτές 
Μπούρδα (η) = το μεγάλο τσουβάλι « -έφερε πέντε μπούρδες στάρι» 
Μπουρδούκλωμα = περδίκλωμα (περδικλώθηκε = μπουρδουκλώθηκε) 
Μπουρμπουλίθρα (η) =   φουσκάλα αέρα επάνω στο νερό
Μπούρμπουνας  (ο) =     σκαθάρι στις ακαθαρσίες των ζώων
Μπουσιουλάω =   κινούμαι με τα τέσσερα
Μπουχάω-μπουχίζω =  ραντίζω, καταβρέχω με υγρό
Μπουχός = 1. Σκόνη από χώμα, κονιορτός 2. Φεύγω τρέχοντας «έγινε μπουχός»
Μπουφές = έπιπλο για τα σερβίτσια
Μπούχτησα =  χόρτασα
Μπρούκλης (ο) = ο ξενιτεμένος κουβαρντάς
Μπουμπούνας ή μπουμπουνοκέφαλος = χοντροκέφαλος, δεν καταλαβαίνει
Μπούφλα (η) = Χτύπημα από την ανάποδη της παλάμης
Μπροστέλα (η) = Ποδιά
Μυλαύλακο = αυλάκι που οδηγεί το νερό στο μύλο
Μυλόπετρα (η) = μεγάλη κυλινδρική πέτρα για το άλεσμα δημητριακών
Μώρα (η) = μωρία, αποχαύνωση  (κατάρα=  « -Μώρα & κασίδα »)
Μωρ'άραχνη  =  μαύρη, κακομοίρα
Μωρώνω =  παρηγορώ  μωρό

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δημοφιλείς αναρτήσεις