ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΜΠΛΙΑΝΗΣ

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Λέξεις που Χάνονται





 Ρρ 

 Ραμολιμέντο (το)  = ο ετοιμόρροπος,  ο γεροξεκούτης
 Ράσπα = Λίμα για ξύλα  
Ρέγουλα (η) = με μέτρο 
 Ρέντι ή ρέντισμα  = Το ράντισμα 
 Ρεντίκολο = ρεζίλη 
 Ρετάλι (το) = 1. κομμάτι ύφασμα, 2. βρισιά     
Ρέχτη (η) = Η στέγη που εξέχει από τον εξωτερικό τοίχο για να διώχνει τα νερά
 Ρεύω = Ταλαιπωρούμαι από κακουχίες  «Θα σε ρέψω» 
 Ρημαδιακό (το) = Έρημο σπίτι «στο ρημαδιακό μου»= το φτωχικό μου  
Ριζάφτι  (το) =  η ρίζα του αφτιού 
 Ριζικό (το) = το πεπρωμένο  
Ροβολάω = κατηφορίζω  
Ρογώνω = Οργώνω το κατάλληλο για καλλιέργεια χωράφι μετά από βροχή 
 Ρογός (ο) = ζεστός χώρος για νεογέννητα αμνοερίφια  
Ροϊδάμι = Βλαστάρι πουρναριού (αρχαία λέξη: ορόδαμνος)  
Ροϊδάνι = το εργαλείο που καλαμίζει (τυλίγει στο καλάμι) το νήμα στην ανέμη  (από το αρχαίο ροδάνη) (μεταφ. «πάει το στόμα του ροϊδάνι») 
 Ροϊδίκι (το) = άγριο λάχανο , ραδίκι 
 Ρόκα = υφαντικό εργαλείο για το γνέσιμο(κλώσιμο της κλωστής) του μαλλιού  
Ρούγα (η) = η γειτονιά, δρομίσκος  « κάθε τόπος και ζακόνι κάθε γειτονιά και ρούγα»  
Ρουκουλάω =  κυλάω 
Ρούντζα   =  μούτρωμα, ο θυμός, η κατήφεια   
Ρουπώνω = γεμίζω το κρασοβάρελο με νερό για να στανιάρει  “ρούπωσε το βαγένι” 
Ρουσούμπελη =  πρήξιμο 
 Ρουτζώνω = μουτρώνω   («μου ρούτζωσε» = μου μούτρωσε ) Ρουφιάνος = Ο σπιούνος, ο συκοφάντης, ο καταδότης  
Σσ
 
Σάβανο (το) = το σεντόνι που τυλίγουν το νεκρό
Σαδώ  = προς τα δω, κατά δώ
Σαδώ, σακεί = από εδώ, από εκεί
Σακάτου = προς τα κάτω
Σακεί =  προς τα εκεί , κατακεί σιαδώ
Σάματι = σάμπως, μήπως
Σανός (ο) = ξερό χορτάρι για τροφή ζώων
Σάξε = ταχτοποίησε, φτιάξε
Σαπάνου = προς τα επάνω
Σαπέρα = προς τα πέρα
Σάϊσμα (το) = στρωσίδι του αργαλειού από γιδόμαλλο
Σαΐτα = 1. Είδος φιδιού που πηδάει 2. Εξάρτημα του αργαλειού (περιλαμβάνει το υφάδι) για το πέρασμα(ρίξ
ιμο) της κλωστής του υφαδιού στις κλωστές του στημονιού
Σακιάζω = Γεμίζω τα σακιά (τσουβάλια)
Σαλαγάω =  οδηγάω τα ζώα με φωνές  κινήσεις & σφυρίγματα
Σαλαμούρα (η) = άρμη, αλατόνερο
Σάλεψε = κινήθηκε, μετακινήθηκε
Σάλμη (η) = το άχυρο της βρόμης
Σαμάρι = Εξάρτημα που τοποθετείται στη ράχη των ζώων(υποζυγίων)
Σάματις =  σάμπως, μήπως
Σαπίτης = είδος φιδιού
Σάρα (η) = σκουπίδια, οι άχρηστοι άνθρωποι, « η σάρα και η μάρα»
Σαρίγκαλος (ο) = σαλιγκάρι
Σαρίδι (το) = 1. Μικρό σκουπίδι 2. Ο τιποτένιος
Σάρωμα (το) = η σκούπα
Σάψαλο (τα) = Τριμμένο, θρυμματισμένο, μτφ. διαλυμένος από κούραση « - Εγύρισα απ’ τ’ αμπέλι σάψαλο …»
Σβάρνα, (η) =ξύλινο ή μεταλλικό  γεωργικό εργαλείο (με πλεκτές βέργες) για το  στρώσιμο του οργωμένου χωραφιού  «Πήρε σβάρνα τα χωριά» = γύρισε σε όλα τα χωριά
Σβερκώνω = Χτυπώ στον σβέρκο (αυχένα) « - θα σε σβερκώσω …»
Σβερκώνομαι = Κοιμάμαι «-Μάνα πεινάω… -Σβερκώσου να το ξεχάσεις…»
Σγκάρλισμα= το ψάξιμο μέσα στις λάσπες από τις κότες
Σειριά (η) = Το σόι, η ράτσα, η γενιά
Σεκλέτι (το) = η στενοχώρια
Σέκος =  ξερός,   νεκρός (λέγεται και για τον πολύ κουρασμένο «έπεσε σέκος» )
Σέλα (η) = το  δερμάτινο σαμάρι ιππασίας
Σέμπρος (ο) = ο συνέταιρος στις γεωργικές εργασίες
Σεντούκι (το) = μπαούλο όπου φυλάσσονται κοσμήματα,  χρήματα και  έγγραφα
Σέρσεγκας ή σερσέγκι =  Καφέ κίτρινο μεγάλο έντομο με δηλητηριώδες κεντρί (σαν μεγάλη μέλισσα)
Σέπομαι = σαπίζω (δημ. τραγούδι: «αν στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει…») –από την αρχαία λέξη σήπομαι
Σεργιάνι (το) = ο  περίπατος, η βόλτα
Σιμπάω = αναζωπυρώνω τη φωτιά
Σιόπα (η) = Το ξύλο, το ματσούκι «θα πέσει σιοπάκι»
Σκαμαγκίδα (η) = το ψιλό «περονιαστό» χιονόνερο
Σκαμπίλα (η) = η σφαλιάρα στο μάγουλο
Σκαπετάω = 1. Καταπίνω γρήγορα, καταβροχθίζω 2. Απομακρύνομαι περπατώντας και χάνομαι στο βάθος του δρόμου
Σκαρφαλώνω = Ανεβαίνω σε δέντρο, αναρριχιέμαι
Σκασίλα (η)  = στεναχώρια . σαρκασμός =«σκασίλα μου»
Σκαφίδι = Κοίλο σκεύος, ξύλινη σκάφη για ζύμωμα
Σκερβελές (ο)  =  ο ανεπρόκοπος άνθρωπος
Σκιάζουμαι  = φοβούμαι, τρομάζω
Σκιάχτρο =  ομοίωμα ανθρώπου με παλιόρουχα για τον εκφοβισμό των ανεπιθύμητων ζώων & πουλιών
Σκλήθρα (η) = Μυτερή και λεπτή πελεκούδα ξύλου που καρφώνεται συνήθως στα χέρια
Σκορδοκαΐλα = αδιαφορία  για κάτι συγκεκριμένο «σκορδοκαΐλα μου»
Σκοτούρα (η) = 1. η ζάλη 2.ο προβληματισμός  για κάποιο ζήτημα
Σκουληκαντέρα (η) = μεγάλο σκουλήκι της γης σαν άντερο
Σκουλικιάζω = Βρωμίζω
Σκουντάω = σπρώχνω, ακουμπάω σκουντηξιά (η) = σπρωξιά.
Σκουντουφλάω =  σκοντάφτω,
Σκουράντζος (ο) = η παστή ρέγκα
Σκουτί (το) = Μάλλινο χοντρό ρούχο. (Από το σκότος)
Σμπαράλια =πολλά σπασμένα κομμάτια
Σουβλερό = μυτερό
Σούδα (η) =  χώρισμα ανάμεσα σε σπίτια, στενό κομμάτι χωραφιού
Σουλούπι (το) = η εμφάνιση
Σουγλάω = σουβλίζω
Σούγλα = η σούβλα
Σουγλί (το) =  μυτερό εργαλείο του τσαγκάρη
Σουλατσάρω = «κόβω βόλτες» άσκοπα, περπατάω

Σουρλάω =  σφυρίζω
Σούρνω =  Σχολιάζω, κακολογώ, βρίζω («του έσουρε τα εξ αμάξης»)
Σούρουπο = Το ηλιοβασίλεμα. Το σουρούπωμα
Σοφράς (ο) = χαμηλό τραπέζι
Σπάρτο (το) = αυτοφυής θάμνος από το οποίο με κατάλληλη επεξεργασία έφτιαχναν στρωσίδια και σαρώματα
Σπιθούρι = Σπυράκι
Σπιρτοκούμπουρο (το) = το πανέξυπνο παιδί
Σπολλάτι = (από την ευχή: εις πολλά έτη) λεγόταν ως ειρωνικό επιφώνημα με την έννοια: πάλι καλά «-σπολλάτι που μας κάλεσες…»
Σταλίζω =  Χασομεράω, ξεκουράζομαι το μεσημέρι κάτω από το δέντρο
Στάμνα = δοχείο πήλινο με λαβή για την μεταφορά νερού από την βρύση
Στανιάρω =  Επανέρχομαι στην αρχική θέση «το βαρέλι στάνιαρε»= έσφιξε από το νερό και δεν τρέχει
Στασιό = Στάση, Ξεκούραση για λίγο «το παιδί δεν έχει στασιό»
Στιλιάρι (το) = η ξύλινη λαβή των εργαλείων, το ξυλοφόρτωμα
Στέρφος (η, ο) = στείρος, άτεκνος
Στεφανοθήκη = θήκη για τα στέφανα
Στούμπος = 1. Ο κοντόχοντρος  2.στρογγυλή λεία πέτρα με την οποία έτριβαν  το αλάτι & άλλα , «θα στουμπίσω το αραποσίτι»
Στουρνάρι (το) = γερή πέτρα κόκκινου χρώματος
Στυλιάρι (το) = 1. Ξύλο γεωργικών εργαλείων 2. Αγράμματος, «στυλιάρι στα γράμματα, ξύλο απελέκητο»
Στραβούλιακας = Βρισιά για τον ζημιάρη
Στρακαστρούκα (η) = αυτοσχέδια κροτίδα
Στράτα (η) = το δρομάκι
Στράφι = άδικα, στα χαμένα
Στρίβλα (η) = πιεστικό μηχάνημα για την σύσφιξη (στρίβλιασμα) των σταφυλιών
Στρίγγλικο (το) = καχεκτικό παιδί & προσφώνηση σε άτακτο παιδί
Συνερίζομαι =  παρεξηγώ κάποιον, τσακώνομαι.
Συχαρίκια (τα) = Τα ευχάριστα μηνύματα για γάμο, βαφτίσια κ.λ.π. το φιλοδώρημα σ’ όποιον φέρνει ευχάριστη είδηση
Σφαχτά (τα) = Τα γιδοπρόβατα, το κοπάδι,  το προς σφαγή ζώο
Σφοντύλι (το) = 1. υφαντικό εργαλείο, στρογγυλή πέτρα που τοποθετείται στο κάτω μέρος του αδραχτιού και διευκολύνει την περιστροφή του για το κλώσιμο της κλωστής 2. Κάτι ξαφνικό, ταμπλάς «μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι»
Σώγαμπρος (ο) = ο γαμπρός που κατοικεί μαζί με τα πεθερικά του
Σώνω = τελειώνω κάτι, εξαντλώ
Σώσμα = το κρασί στο  τελείωμά του  

Ττ
Τάβλα (η) = σανίδα, τραπέζι συμποσίου
Ταή (η) = το φαγητό των ζώων
Ταμαχιάρης (ο) =  ο δουλευταράς
Ταμπλάς= ημιπληγία, απότομα, απρόοπτο
Ταμτέλλα (η) = η δαντέλα
Ταπίστωμα = πέσιμο ανάποδα,μπρούμητα  «- έπεσε ταπίστωμα»
Ταχιά = Αύριο
Ταράκουλο (το) = Ταραχή
Τέζα (η) = τέντωμα, «τεζάρωσε» πέθανε
Τελάλης (ο) = διαλαλητής (τούρκικη λέξη=tellal)
Τεμπελχανάς = ο τεμπέλης
Τέμπλα (η) = Μακρύ ξύλινο ραβδί για το ρίξιμο  των καρπών από τα  δέντρα.
Τέντα = ορθάνοιχτα
Τέντζερης (ο) = Χάλκινο σκεύος με καπάκι, κατσαρόλα μαγειρέματος
Τετραπέρατος (ο) = ο πανέξυπνος σε όλα
Τζερεμές =  ανυπολόγιστο έξοδο
Τηλώνω = Χορταίνω
Τζερεμές (ο) = η άδικη ποινή
Τηράω = κοιτάω, προσέχω,  τήρα κει = κοίτα εκεί
Τηράγομαι = 1. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη 2.  εξετάζομαι για αρρώστια
Τίγαρις = μήπως « - τίγαρις τελειώσαμε τη δουλειά; » (από το αρχαίο τι γαρ)
Τουλούμι (το) = το ασκί, το φουσκωμένο δέρμα
Τουλούπα (η) =Τούφα (μπάλα) μαλλιού, η νιφάδα του χιονιού
Τούρλα = πολύ γεμάτο, ξεχειλισμένο
Τουρλόκωλα, επίρ.  = πέφτω μπρούμυτα, ( «τουρλοκολιάστηκε από το ζώο» = έπεσε)
Τριπουσάκι (το) = ζιζάνιο των δημητριακών
Τροκάνι (το) = Το κουδούνι των προβάτων
Τραβάω = Κατευθύνομαι («τράβηξε για το ποτάμι»)
Τρακάδα (η) = στοίβα ξύλων
Τραμπουζάνα ή ντραμουτζάνα = Μεγάλη πλεγμένη με ψάθα μπουκάλα
Τράτο (το) = το περιθώριο
Τράφος = ρέμα, τάφρος
Τρίμματα (τα) = ψίχουλα
Τριτσινάω, ντριτσινάω = Κλωτσάω κατ’ εξακολούθηση
Τριφτάδες (οι)  = Παραδοσιακό ζυμαρικό που παρασκευάζεται στη στιγμή
Τρίφτης =  σύνεργο νοικοκυράς
Τριχιά (η) = μακρύ σχοινί
Τρουποκεφαλιάζω = Πληγώνω πετώντας πέτρα στο κεφάλι
Τρούπα (η) = τρύπα
Τρουπώνω =  Καταφέρνω να μπω κάπου
Τροΰρω, τρογύρω = Τριγύρω
Τσαλαφός (ο) = Ο χαζός, αυτός που δεν παίρνει από λόγια
Τσαμπάσης (ο) = Έμπορος αλόγων
Τσάμπουρο (το) = υπόλειμμα σταφυλιού χωρίς τις ρόγες
Τσανάκα (η) = η καρδάρα
Τσαντίλα (η) =  το πανί (πάνα,σάκος) για το στράγγισμα του τυριού και της μυζήθρας .

Τσάχαλο (το) = ξυλαράκι, «θα μαζέψω τσάχαλα για την φωτιά»
Τσιαΐρι (το) = πέτρες τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, οι οποίες απαγόρευαν τη βοσκή στον συγκεκριμένο χώρο «τσιαϊρωμένο χωράφι»
Τσιακουμάκι = Ο αναπτήρας (με πριόβολο και ίσκα)
Τσιλίκι (το) = μικρό ξύλο με το οποίο παιζόταν το ομώνυμο παιχνίδι
Τσιουράπια =  κάλτσες
Τσουκάλι = χάλκινο στενό σκεύος με χερούλι για ζέσταμα του νερού στο τζάκι
Τσέγκουρα (τα) = τα άγουρα μικρά σταφύλια που δεν συλλέγονται στον τρύγο
Τσεμπέρι (το) = Βαμβακερό υφαντό μαντήλι , κεφαλομάντηλο
Τσέπι (το) = το κέρατο
Τσέρλα (η) = Διάρροια, ευκοίλια
Τσίμπλα (η) = κολλώδες υγρό στο μάτι, ο τσιμπλιάρης
Τσιγαρίδα (η) = Κομμάτι παστού χοιρινού κρέατος
Τσιγαρίζω =  Τηγανίζω κρέας
Τσιλιβήθρα =  πολύ αδύνατος
Τσιροπούλι (το) =το μικρό πουλί, σπουργίτι.
Τσιτσί = Κρέας (έκφραση μωρών)
Τσίφτης =   ο μπεσαλής, ο εξηγημένος
Τσότρα (η) = το ξύλινο παγούρι
Τσουλώνω = σηκώνω τα αυτιά
Τσούπα (η) = το κορίτσι, η κοπέλα, η κόρη
Τσουράπια =  μάλλινες κάλτσες.
Τυλώνομαι = χορταίνω φαγητό  

 Υυ Υφάδι = Το νήμα του αργαλειού που υφαίνεται στο στημόνι 
 Φυ
Φάγνα (η) = η τροφή των ζώων
Φαγιά (τα) = φαγητά
Φαμπελιά (η) = η οικογένεια (Φαμπελιάρης= ο οικογενειάρχης)
Φαρμακίλα (η) = η πίκρα, «άσε με στην φαρμακίλα μου παιδάκι μου»
Φαρμακώνω = 1. δίνω φαρμάκι σε κάποιον 2. «κάνει φαρμάκι» κάνει πολύ κρύο, 3. «φαρμάκωσε τώρα» τρώγε τώρα
Φασκελοκουκούλωτα = έκφραση απελπισίας (στην κυριολεξία= -μούντσωσέ τα και σκέπασέ τα )
Φασκιά =  λωρίδα ύφασμα που τύλιγαν το σώμα των νεογέννητων
Φασούλια = Τα φασόλια
Φελάω = αξίζω
Φέρμελη (η) = κεντημένο γιλέκο φουστανελά (αρβανιτ. λέξη:fermele)
Φιδοπουκάμισο = το δέρμα του φιδιού
Φιλεύω = Κερνάω σε σπίτι, προσφέρω γλυκό
Φιρί φιρί = πας γυρεύοντας,  ψάχνεσαι
Φιτιλιά (η) = το ανακάτεμα σε τσακωμό, η ραδιουργία
Φκιάνω = φτιάχνω
Φκιασίδι (το) = το κοκκινάδι για το πρόσωπο, το στολίδι
Φκυάρι = Φτυάρι
Φλετουράω = φτερουγίζω
Φούρλα (η) = Περιστροφή, Το γύρισμα στο χορό
Φούρκα (η) = ξύλινος πάσσαλος με διχάλα
Φουρνόξυλο (το) = ξύλο για τη διευθέτηση της φωτιάς του φούρνου
Φούσκος (ο) = τούμπα ή σκαμπίλι « -Έφαγε ένα φούσκο ...»
Φτενός (η,ο) = ο λεπτός
Φτούνα =  αυτά
Φυγιάστηκα = κρύωσα πολύ
Φυσηχτήρι  = Τρυπημένο καλάμι για το φύσημα της φωτιάς
Φώλος (ο) = το αυγό που βάζουν στη φωλιά για να κλωσήσει η κότα
Φώτιμα = Το ξημέρωμα 

Χχ
Xαβάς (ο) = ο σκοπός τραγουδιού
Χαγιάτι (το ) = ο ξύλινος εξώστης, η βεράντα
Χαϊμαλί (το) = 1.το στολίδι των ζώων με χάντρες 2.το φυλαχτό
Χαΐρι (το) =  η προκοπή « - Δεν θα ιδείς χαϊρι και προκοπή»
Χαμοκέλα (η) = ισόγεια πέτρινη ή πλίνθινη κατασκευή  που χρησίμευε για  αποθήκη
Χάμου = χάμω, κάτω
Χαμπέρι (το) =  η  είδηση, το μαντάτο
Χαμπερίζω =  υπολογίζω, λογαριάζω
Χαμπηλώνω χαμπηλά = Χαμηλώνω, χαμηλά
Χαράμι = άδικα
Χαραμοφάης = ο τεμπέλης,  αυτός που τρώει χωρίς να προσφέρει
Χάρβαλο (το) =  Το χαλασμένο, διαλυμένο, ετοιμόρροπο
Χάση (η) = το χάσιμο του φεγγαριού
Χάσκω = γελάω με αφέλεια, με το στόμα ανοιχτό
Χασκογελάω = χαζογελάω χωρίς λόγο
Χασομέρι (το) = η αργοπορία, χαμένος χρόνος « - Μη χασομεράτε…»
Χαχαλάκι (το) = ο πολύ γέρος και αδύναμος άνθρωπος
Χάχας (ο) = αυτός που γελάει διαρκώς & άσκοπα
Χαψιά (η) = η μπουκιά
Χειρόβολο  (το) = μια χεριά θερισμένα στάχυα δεμένα με καλαμιά (σύνθετη λέξη με καταβολή αρχαία- όσο χωρά ένα χέρι)
Χεριά (η) =  όσο πιάνει ένα χέρι
Χερικό (το) = το καλό χέρι όπως το ποδαρικό
Xερχέρι = γρήγορα- γρήγορα, αμέσως
Χιονίστρα (η) = μούδιασμα με κοκκίνισμα και πόνους των άκρων από το  κρύο
Χλαπακιάζω = Τρώγω λαίμαργα και με θόρυβο
Χλιαίνω = Ζεσταίνω
Χόβολη (η) =  η θράκα, τα αναμμένα κάρβουνα σκεπασμένα με στάχτη
Χολιασμένος = ο θυμωμένος, στενοχωρημένος
Χούι = Άσχημη συνήθεια, ελάττωμα
Χούνη (η) = 1. Στενό μέρος που ο θόρυβος δημιουργεί αντίλαλο 2. Σκοτεινό στενό μέρος
Χουνέρι (το) = μεγάλη ζημιά, βλάβη, πάθημα
Χουχουλιέμαι= Ζεσταίνω με την αναπνοή τα χέρια, ανασαίνω πάνω στα χέρια μου
Χουχλάζει = κοχλάζει, βράζει, χούχλος
Χτένι (το) = 1) οδοντωτό εξάρτημα του αργαλειού, κατασκεύασμα με ακίδες καλαμιού που περνούν τα νήματα του στημονιού 2) μικρή χτένα μαλλιών
Χτικιό (το) = Ανίατη ασθένεια, η φυματίωση
Xτικιάρης (α,ικο) =  ο φυματικός, ο φθυσικός
Χυλοπίτες = Ζυμαρικό κομμένο σε λωρίδες ή παραλληλόγραμμα κομμάτια
Χυλός (ο) = πρόχειρο φαγητό στο τέντζερη με αλεύρι και νερό
Χωρατό (το) = το γέλιο, το αστείο  

Ψψ
Ψείρες (οι) = παλιό παιχνίδι (με λακκούβες και μπάλα)
Ψιλολοΐδια = μικροπράγματα
Ψιχάλα (η) = το ψιλόβροχο
Ψιχαστήρα (η) = Μεταλλική χειροκίνητη συσκευή για τον ψεκασμό του αμπελιού
Ψυχοπονάω = λυπάμαι, σπλαχνίζομαι (Ψυχοπονιάρης =λυπησιάρης)  


Από τήν ιστοσελίδα τού κυρίου  ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΟΥΡΤΗ  " Ψάρι Κορινθίας"

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Λεξεις που Χανονται

Νν
Νάκα (η) = Φορητή πάνινη ή δερμάτινη κούνια, από το αρχαίο νάκη = προβιά (Παροιμιώδης έκφραση= « - Δεν έχεις ιδεί καλόγερο με νάκα»)
Νεροποντή = πολύ βροχή
Νεροτριβή = Σημείο δίπλα σε ποτάμι που από την πτώση του νερού στα υφαντά  αυτά καθαρίζονται και γίνονται αφράτα
Νιανιά = Φαγητό των μωρών, κακοφτιαγμένο φαγητό
Nιάνιαρο = μικρό αδύνατο παιδί
Νισάφι = φτάνει πια,  έλεος
Νιτερέσι (το) = Συναλλαγή, δοσοληψία, συμφέρον, «Δεν έχει καλό νιτερέσιο» = καλούς λογαριασμούς
Νίλα (η) = το καψόνι,  η συμφορά , η καταστροφή.
Νιογάμπρια (τα) = το νιόπαντρο ζευγάρι
Νογάω = καταλαβαίνω.
Νομάτοι ή νοματαίοι (οι) = άτομα, πρόσωπα «- Έχω δέκα νοματαίους φαμπελιά»
Νουρά (η) = η ουρά
Νταβαντούρι (το) = η φασαρία , το γλέντι, ο θόρυβος, η σύγχυση
Νταβάς (ο) = πήλινο ή χαλκωματένιο μικρό ταψί
Νταής = άντρας που μπλέκει συχνά σε καυγάδες.
Ντάλα (η) = το κορύφωμα, (ντάλα μεσημέρι = το καταμεσήμερο) (τουρκική  λέξη = dal)
Ντραμιτζάνα (η) = μεγάλη γυάλινη μπουκάλα με περίβλημα από πλεκτή ψάθα (βενετική λέξη damegiana)- λέγεται και ντραμπουτζάνα
Ντάλε- κουάλε = ίδιος, απαράλλαχτος
Νταμπλάς (ο) = συγκοπή ή συμφόρηση
Ντάνα (η) =  σειρά από όμοια πράγματα
Ντάντεμα = περιποίηση μικρού παιδιού
Νταραβέρι (το) =  σχέση επαγγελματική ή ιδιωτική
Νταρβίρα = Σφυρίχτρα με καλάμια σιταριού (αναφέρεται συνήθως σε αυτόν που έχει δουλειά αλλά τεμπελιάζει –«Βαράει νταρβίρα» )
Νταρντάνα (η) = μεγαλόσωμη, δυνατή γυναίκα, αντρογυναίκα.
Ντερέκι = Ο ψηλός και αδύνατος
Ντερλίκοσα = έφαγα με απληστία. χόρτασα πολύ. Πρήστηκα απ’ το πολύ φαΐ.
Ντιπ = καθόλου, (Ντιπ για ντιπ = καθόλου μα καθόλου). «Ντιπ μυαλό»
Ντορβάς = Σακούλι (ταγάρι) που κρεμιέται στο κεφάλι του ζώου για να τρώει καρπό
Ντορής = Άλογο με κοκκινωπό χρώμα
Ντορός (ο) =το ίχνος στο χιόνι, η πατημασιά, το αχνάρι.
Ντουβάρι (το) = 1.ο τοίχος,2. Ο χαζός, ο αγράμματος
Ντουγένι (το) = ξύλινο ή σιδερένιο εργαλείο που έσερναν τα ζώα για το αλώνισμα.( ίσως η πιο αγαπημένη αγροτική δουλειά των παιδιών)
Ντουντούκι =  Ο βλαστός του κρεμμυδιού (λεγόταν μεταφορικά όμως και για κάποιον που είχε διάρροιες «-Ντουντούκι τον πάει …»)
Ντράβαλα (τα) = φασαρίες
Ντριβέλι = 1. Ζιζάνιο(χωραφιών) σαράκι 2. Βάσανο  « - Μη με ντριβελίζεις ρε μαμούρι …»
Ντρίλι = βαμβακερό ύφασμα ευτελούς αξίας.
Ντριτσινάω =χοροπηδάω (για ζώα)
Ντώνω = Αφήνω, χαλαρώνω, «Μην τον ντώνεις»= μη τον αφήνεις
Ντουγρού = κατευθείαν
Ντουνιάς (ο)  = ο κόσμος όλος  

Ξξ
Ξάι (το) = τα αλεστικό δικαίωμα του μυλωνά σε είδος
Ξάγναντο (το) = το ξέφωτο
Ξάλα (η) = γεωργικό εργαλείο για κόψιμο κλαδιών
Ξακρίδι (το) = υπόλειμμα χωραφιού, «μου έμεινε ακάμωτο ένα ξακρίδι»
Ξαμώνω = αποτρέπω το μουλάρι(συνήθως) από ζημιά «- ξάμωσ’ το μουλάρι»
Ξεγκοφιάζουμαι  =  παθαίνω εξάρθρωση του γοφού.
Ξεζαλώνω = ξεφορτώνω
Ξεΐγκλωτος = Ο ασουλούπωτος.
Ξεκουμπίζουμαι =  φεύγω «κακήν κακώς», αποδιώχνομαι (ξεκουμπίσου= Φύγε μακριά μου, εξαφανίσου)
Ξελακώνω =  βγάζω το χώμα γύρω από τη ρίζα του αμπελιού
Ξελιγώθηκα = πείνασα πολύ
Ξελημεριάζω  =  περνάω όλη τη μέρα μου στο λημέρι
Ξεμασκαλίζω = Ξεκολλάω τα κλαδιά από τον κορμό
Ξεμπροστιάζω = αποκαλύπτω κάποιον με αντιπαράθεση
Ξενηστηκωμάρα (η) = η πείνα
Ξεπεζεύω  = ξεκαβαλικεύω από τ’ άλογο
Ξεπεταλώνω = Βγάζω τα παλιά πέταλα των ζώων
Ξεπεταρούδι (το)  = το πουλί που άφησε τη φωλιά του για το πρώτο πέταγμα, το πολύ μικρό παιδί
Ξεπουπουλιάζω= Βγάζω τα πούπουλα από τα πτηνά, βασανίζω ή χτυπώ άσχημα κάποιον
Ξέρα (η) =  η ανομβρία « -Μαύρη ξέρα εφέτο …»
Ξεροσταλίζω = στέκομαι, περιμένω σαν τα πρόβατα στον ίσκιο
Ξέσκουρα = (επίρρημα) ξυστά, επιπόλαια
Ξεσυνέρια (η) =  ο ανταγωνισμός
Ξετάζω = εξετάζω, δίνω σημασία.
Ξιέμαι = Ξύνομαι (λεγόταν για αυτόν που πήγαινε γυρεύοντας «-ξιέται στην γκλίτσα του τσιοπάνη…»
Ξινιάρι = λεπτή αξίνα
Ξιόνι = εργαλείο για καθαρισμό του αλετριού από τα χώματα
Ξόβεργα (η) = παγίδα με κόλα για πουλιά
Ξόμπλι (το) = κουτσομπολιό « -έμαθα ότι με ξόμπλιαζες»  

Oo
Ογλήγορος = γρήγορος στα πόδια, ταχύς
Ολότελα = ολοκληρωτικά , εντελώς  « - χάθηκε ολότελα»
Oυλούθε =  παντού
Οξαποδός = ο διάβολος
Oργιά = μονάδα μετρήσεως μήκους
Ορμήνεια = συμβουλή
Ούλος =  Όλος, ολόκληρος
Όχι άλλο =επιφώνημα ξορκισμού του κακού «-όχι άλλο μωρ’ γυναίκες»  

Π,π
Παγαίνω, πααίνω = Πηγαίνω
Παγανιά ή παγάνα (η) = σκόρπιο απόσπασμα που ψάχνει
Παγούρι = μικρό φορητό ξύλινο ή μεταλλικό δοχείο νερού
Παιδοκομάω = γεννάω παιδί
Παλάτζα = η κρεμαστή ζυγαριά με το βαρίδι
Πάλε = Πάλι
Παλουκοκαύτης = παρατσούκλι του μηνός Μαρτίου
Παναίριος (α,ο) = εκλεκτός, θαυμάσιος, εξαιρετικός «παναίριο παιδί»
Πανώρια (η) = η πολύ ωραία
Παπάρα (η) = κομμάτια ψωμιού μέσα σε νερό ή γάλα
Παράγαλος (ο) = αρρώστια αιγοπροβάτων
Παραγώνι = Ο χώρος γύρω από το τζάκι
Παράδες (οι) = τα χρήματα
Παρδαλή (η) = εύκολη γυναίκα, ελαφρών ηθών
Παρλιακός (η,ο) =  ο ανισόρροπος
Παρακά =  πιο κάτω
Παραλογάω = παραληρώ
Παραλοϊζω  =   χάνω τα λογικά μου « - Παραλοϊζεσαι γέρο …»
Παρασάνταλος = Άτσαλος, ακατάστατος
Παραπούλια (τα)  = οι παραφυάδες στα λάχανα
Παρατσούκλι (το) = σκωπτικό παρωνύμιο
Πασπάλα (η) = το χιόνι που σκεπάζει ίσα-ίσα τη γη
Πασπατεύω = ψηλαφίζω, χαϊδεύω ερωτικά
Πατατούκα = βαρύ παλτό ή κάπα
Πάτερο (το) = Ξύλινος τετραγωνισμένος κορμός που κρατάει την στέγη του σπιτιού
Πατικώνω  = συμπιέζω και γεμίζω
Πατητήρι = χώρος για το πάτημα των σταφυλιών –ληνός
Πατιρντί (το) = φασαρία, διασκέδαση, τρικούβερτο γλέντι
Πατόκορφα = Από την κορυφή ως τα νύχια
Πατουλιά (η) = μεγάλος θάμνος « - Εκεί στην πατουλιά έχει λαγό»
Πατσιαβούρα (η) = παλιόσκουτο για σκούπισμα
Πάφιλο = Τσίγκος (τα καρφώνανε στις στέγες των σπιτιών, χρησιμοποιώντας ως υλικό συγκράτησης τις παλιές δεκάρες)
Πάχυτα (τα) = πολλά λίπη
Παχνί (το) = ξύλινη ταΐστρα ζώων
Παχνιάζω = βάζω τροφή στα ζώα
Πεζούλι (το) = λιθόκτιστο τοιχίο, εκατέρωθεν της εισόδου του σπιτιού , που χρησιμεύει για κάθισμα
Πελεκούδι = κομμάτι ξύλου που προκύπτει από το πελέκημα με τσεκούρι, κατάλληλο για προσάναμμα   «θα καεί το πελεκούδι»
Πεντάρφανος (η, ο) = αυτός που δεν έχει κανέναν
Πεντόβολα = Παιδικό παιχνίδι με πέντε μπίλιες ή πέτρες
Περατζάδα = μια βόλτα τριγύρω
Περγιορίζω = περιορίζω
Πετιμέζι = Βρασμένος μούστος
Περίδρομος (ο) = πολυφαγία, «έφαγε τον περίδρομο»
Περικοπά = από σύντομο δρόμο «- ήρθα γλήγορα γιατί ήρθα περικοπά».
Περόνι (το) = καρφί, αιχμηρό εργαλείο τσαγκάρη.
Περονιάζει = διαπερνά (για το κρύο)
Πεσκέσι (το) = δώρα με φαγώσιμα κυρίως (από την υπόσχεση)
Πεσκίρι (το) = πετσέτα της πινακωτής (τουρκική λέξη: peskir)
Πετσώνω = Χορταίνω, («την πέτσωσα»), καλύπτω με σανίδες μια επιφάνεια
Πηχτή = Βρασμένο χοιρινό από το κεφάλι και τα πόδια του ζώου
Πιάνουμαι = απασχολούμαι, αναπιάνω = Φτιάχνω το ζυμάρι
Πιέτα (η) = η τσάκιση του ρούχου
Πικρουλίθρα (η) = είδος άγριου χόρτου
Πιλάλα (η) =  η τρεχάλα, γρήγορα
Πινακωτή = Ξύλινο κατασκεύασμα με χωρίσματα για το ψωμί μέχρι να φουσκώσει ώστε να είναι έτοιμο για ψήσιμο
Πινίγω = Πνίγω
Πίρος = στρογγυλή ξύλινη τάπα  του βαγενιού
Πισοκάπουλα = Καβάλα στο πίσω μέρος του αλόγου
Πιστάρι (το) = το πίσω μέρος του σαμαριού (αρχαία λέξη: οπισθάριον)
Πλαντάζω = Κλαίω δυνατά, ταράζομαι από θυμό
Πλαγιάζω = κοιμάμαι
Πλάστης = Κυλινδρικό ξύλο για το άνοιγμα της ζύμης
Πλαστήρι = Επίπεδο τετράγωνη η στρογγυλή τάβλα  για να πλάθουν και να  ρίχνουν τη ζύμη στο φούρνο
Πλάστιγγα = ζυγαριά για μεγάλα βάρη
Πλεξούδα = αρμαθιά σκόρδων, κρεμμυδιών κ.λ.π , τα πλεγμένα μαλλιά των γυναικών.
Πλεύρα (η) = πλαγιά « - έχω κάτι πλεύρες να οργώσω »
Πλιάτσικο (το) = η λεηλασία μετά τη  μάχη ή γενικά η κλεψιά σε μια φυσική καταστροφή
Πλιατσικολόγος (ο) =  ο κλέφτης στο πλιάτσικο
Πλίθρα (η) =  κύβος πλασμένος από χώμα και άχυρα που χρησίμευε  ως οικοδομικό υλικό για το χτίσιμο σπιτιών
Πλερώνω = Πληρώνω
Πλουμί (το) = στολίδι, κεντητό ή ζωγραφιστό
Πλοχεριά = Μια χούφτα φαγώσιμα
Πλύμα (το) = Νερό ή τυρόγαλο  με πίτουρα για το τάισμα των γουρουνιών
Πόδεμα (το) = η υπόδηση
Ποδόλυσσα (η) = αρρώστια σκύλων
Πουγκί (το) = σακούλι που φύλαγαν τα λεφτά
Πουλάρι = Νεογέννητο άλογο ή γαϊδούρι
Πούντα = Κρυολόγημα
Πούντος = (επίθετο) Πού είναι αυτός
Πουρνό = το πρωί
Πόσια = Πόση  ( «πόσια μπατάκα κάματε»=πόση πατάτα μαζέψατε)
Πούσια = Τα ξεφλουδισμένα φύλλα του καλαμποκιού
Πράματα = Τα γιδοπρόβατα
Πρεμούρα (η) = βιασύνη να τελειώσει η δουλειά γρήγορα
Προγκάω = 1. Τρομάζω, ξαφνιάζω, σκορπάω 2. Διώχνω κάποιον μακριά μου
Προσμπούκι = μπουκιές πριν το κυρίως φαγητό
Προσφώλι = το αυγό στην φωλιά που προσελκύσει τις κότες.
Προγκηχτήρι = Το σκιάχτρο
Προσάναμμα  = εύφλεκτο υλικό για το άναμμα της φωτιάς
Προσφάϊ (το) = αυτό που τρώγεται συνοδεύοντας το ψωμί
Πυράφι (το) = η σφήνα που κλείνουν την τρύπα στο βαγένι
Πυροστιά =  Μεταλλικός τρίποδας που βαστάζει το καζάνι στην εστία (φωτιά) 

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

Πανσέληνος - 10 Αυγουστου 2014 Αμπλιανη

Μας μάγεψε το <<ολόγιομο φεγγάρι>>, 
όπως το λένε οι λογοτέχνες και οι ρομαντιοκοί,
 εδω ψηλά στα Ισώματα,
 που αν απλωνες το χέρι,να έτσι απλά, 
    νόμιζες οτι θα το έφτανες !!!!!!!!!!!!!   



Ο Αλέξανδρος με το μπουζούκι και η Δήμητρα  με την κιθάρα

 





 



                          Η παρέα μας μεγάλωσε μια αναμνηστικη φωτογραφία
    οσοι έμεινα μέχρι αργά, 
          να δούμε  τα πεφταστέρια αλλά μάταια  και αυτό
       γιατί το Αυγουστιάτικο Φεγγάρι 
      συμπίπτει με την εντυπωσιακή βροχή των Περσείδων!
      Οι Περσείδες θεωρούνται από τις πιο εντυπωσιακές βροχές ,
  καθώς τα «πεφταστέρια» είναι γρήγορα,
  φωτεινά και με πύρινες «ουρές».


                    Ευχαριστούμε τον Εκπολιτιστικό Σύλλογο Αμπλιανιτών 
                                             <<Ο ΣΤΕΓΚΟΣ>> 
                              για την άψογη διοργάνωση !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

                    Επίσης ενα μεγάλο ευχαριστώ στην Κατερίνα  Νταλακώστα 
                                       για το φωτογραφικό υλικό.


















































Λέξεις που Χάνονται

                                          -4-
Κκ 
Καβουρντιστήρι = χειροκίνητη συσκευή καβουρντίσματος καφέ η ρεβιθιών (μεταφορικά το παρωχημένο μηχάνημα)

Καγιανάς (ο) = τηγανιτά αυγά με παραγινομένες ντομάτες
Κάδη (η) = ξύλινος λεπτός κάδος με στενή βάση που χτυπούσαν το γάλα για να γίνει βούτυρο
Καζάντια (τα) = τα πλούτη, τα κέρδη
Καλιά (η) = χρησιμοποιείται στην φράση «πάει καλιά του ή πας καλιά σου» = πάει χαράμι
Κακάβι = χαλκωματένιο σκεύος για βράσιμο νερού
 
Κακαρώνω = πεθαίνω
Κακορίζικος (η, ο) = ο άτυχος, δύστυχος στην ζωή
 Καλαμιά (η) = τα απομεινάρια  στο θερισμένο χωράφι
Κάλεσια (η) = ο χτύπος της καμπάνας  της εκκλησίας που καλεί σε κηδεία
Καλιάζω = ταιριάζω, τα φέρνει η τύχη βολικά
Καλιακούδα (η) = η καρακάξα
Καλιγώνω = πεταλώνω (λεγόταν για τον πανέξυπνο : - καλιγώνει τον ψύλλο)
Καλικούτσια  = μεταφορά κάποιου στην πλάτη, κυρίως παιδιού
Καλμπάτσα (η) = αρρώστια των προβάτων
Καλόγερος = πυώδης φλεγμονή του δέρματος

Καλοφάγοτο = ευχή για το φαγητό

 Κάμαρα, (ή) κάμαρη = Το κυρίως δωμάτιο του σπιτιού (επί τουρκοκρατίας  λεγόταν και «οντάς») 
Καμάτι (το) = το όργωμα ( - πάω να καματέψω το χωράφι) 
Καματερά = ζώα κατάλληλα για  όργωμαΚαμουτσής,
 καμτσί (το) = μαστίγιο για ζώα
 Κανάτι = πήλινο δοχείο για προσφορά κρασιού ή νερού
 Κάνε = τότε, τουλάχιστον «θα μου το δώσεις κάνε», «κάνε από το ένα, κάνε από το άλλο..» 
Κάνουλα (η) = η βρύση του βαγενιού 
Καντάρι = ζυγαριά με τσιγκέλια
Καντίλα (η) = τα σπυράκια στη γλώσσα, ή άφτρα ή ερεθισμός των χεριών από τη δουλειά
 Κάπα(η),καπότα = μακρύ από γιδόμαλλο  ένδυμα τσοπάνη με κουκούλα

 Καπινός (ο) = ο καπνός
 Καπινιά = καπνιά ή καπνιά του τζακιού 
Καπιστράνα (η) = οι λωρίδες στο κεφάλι του αλόγου που κρατάνε το καπίστρι 
Καπίστρι(το) = το χαλινάρι

Κάργα (επίρρημα) = 1) πολύ γερά «κράτα κάργα» 2) «γεμάτο κάργα» 
Καρμανιόλα = μεγάλο πριόνι
Καραμάνικη  (η) = άσπρη προβατίνα με μαύρα σημάδια γύρω στα  μάτια και με φαρδιά ουρά
 

Καραμπουζουκλής (ο) = λεβέντης κοροϊδευτικά (- λεβέντης, ασίκης και καραμπουζουκλής) 
Καρδάρα-ρι = ξύλινο ή μεταλλικό στρογγυλό αγγείο για το άρμεγμα

 
Καρδαμώνω = δυναμώνω, γερεύω 
Καρίτζαφλος = ο λάρυγγας 
Κάρμα =  το ψοφίμι, ψόφιο ζώο 
Καρναβίτσα = εξόγκωμα στα χέρια, μυρμηγκιά
 Καρούλα = το σημάδι από κάψιμο ή η πληγή που αφήνει στα χέρια ή στα πόδια η βέργα ή η ζωστήρα  
καρούλες = φουσκάλες 
Καρούτα (η) = η σκάφη για το φαγητό των ζώων
 Κάσσα = το φέρετρο.
 Κασέλα (η) = ξύλινο κασόνι (μπαούλο) με περίτεχνη διακόσμηση όπου φυλάσσονταν ρούχα και πολύτιμα αντικείμενα

 Κασιδιάρης = χωρίς μαλλιά από αρρώστια 
Κασκαρίκα = φάρσα
 Κατάσαρκα = επάνω στη σάρκα
 Κατάχαμα = χάμω 
Καταχεριάζω = δέρνω κάποιον με το χέρι μου 
Κάτινου = κάποιου (αυτό κάτινους είναι) 
Κάτσενα (η) = προβατίνα με πρόσωπο ανοιχτό καφέ ή κόκκινο. 
 Κατσικάδα, (η) = Χρονιάρα κατσίκα που κρατήθηκε για αναπαραγωγή, 
 Κατσιαπλιάς = (ιδιαίτερα στην κατοχή)= αυτός που εκμεταλλευόταν τις περιστάσεις για κλεψιές και ατιμίες.
 Κατσομαλλιάζω = μου σηκώνονται τα μαλλιά από το κρύο
 Κατσιφάρα (η) = η ομίχλη, η καταχνιά 
Κατσούλα (η) = 1) η κουκούλα της κάπας 2) η γάτα 
Κατώι (το) = το παραδοσιακό ισόγειο που χρησιμοποιείτο για αποθήκη και στάβλος μεγάλων ζώων 
Καυκαλίθρα (η) = είδος αγριόχορτου 
Καψοκαλύβας (ο)= σκωπτικά ο υπερβολικά φιλόξενος 
Κενώνω = σερβίρω, μοιράζω το φαγητό στα πιάτα 
Κερατούκλης = κατεργαράκος 
 Κιλίμι (το) =  χαλί 
Κιότεψα = τέλειωσαν οι δυνάμεις μου, δείλιασα
 Κιοτής (ο) = δειλός 
Κιούπι (το) = πήλινο πλατύστομο σκεύος 
Κιρκινέζι (το) = είδος γερακιού 
Κιώνω =  τελειώνω
 Κλαρίζω =  Κόβω τα κλαδιά δένδρου.
 Κλειώ = κλείνω 
Κλιματσίδα (η) = η κληματόβεργα
 Κλιτσινάρες = τα μακριά και αδύνατα πόδια
 Κλωνά (η) = η κλωστή 
Κοθώνι (το) = ο χαζός, ο βλάκας (αρχαία λέξη: κόθορνος)
 Κοκκινογούλι (το) = μπατζάρι , ραπανάκι
 κοκολόγημα = επίπονο μάζεμα ελάχιστων μικρών καρπών « -είχαν τίποτα φέτος οι καρυδιές ;  - Μπά, κοκολόγια» 
Κολίνα (η) = φέτα πορτοκαλιού ή σκελίδα σκόρδου 
Κολιτσάκι = το άγκιστρο (γάντζος) του σαμαριού από το οποίο δένονται τα σχοινιά του φορτίου 
Κολόκουρος  (ο) = Το πρώιμο μερικό κούρεμα στον αυχένα και στην ουρά του ζώου. Συνήθως γίνεται στο τέλος του Μάρτη.
 Κολοκουρίζω = κουρεύω τα πρόβατα στον αυχένα  στην ουρά και στα οπίσθια.
 Κολάστρα (η) = το πρώτο παχύ γάλα γιδοπροβάτων μετά τη γέννα.
 Κόμπια (τα) =  οι αρθρώσεις του σώματος
 Κομπόδεμα = η αποταμίευση χρήματος σε κόμπο μαντηλιού.
 Κονάκι = 1) η καλύβα του τσοπάνη, σπίτι, νοικοκυριό ή αυτοσχέδιο κατάλυμα 2) είδος μαύρου δηλητηριώδους φιδιού 
Κόνξα (η) = κολπάκια, κόλπο «-μου κάνει κόνξες» 
Κοντύλι (το) = ο κοντυλοφόρος, κομμάτι λίθου που έγραφε στην πλάκα
 Κόπανος = 1) ξύλινο όργανο νοικοκυράς για το κοπάνημα χοντρόσκουτων  ώστε να καθαρίσουν 2) (μεταφ.) ο βλάκας  
Κοπιάζω = δέχομαι πρόσκληση κάπ 
οιου «κόπιασε στο σπίτι, θα κοπιάσω» 
Κοπρίτης = 1) το αδέσποτο σκυλί, κοπρόσκυλο 2) (μτφ.) ο ανεπρόκοπος, ο τεμπέλης
 Κόρα (ή) = ή εξωτερική επιφάνεια(φλούδα) του ψωμιού, 2) το σημείο όπου επουλώνεται μια πληγή 
Κορακιάζω = υποφέρω από δίψα 
Κορακοζώητος (ο) = αυτός που ζει πολλά χρόνια 
Κορίτα = ξύλινη  ή πέτρινη μακρόστενη ποτίστρα και ταΐστρα ζώων (γούρνα), σκαφίδα 
Κόρμπα (η) = μαύρη γίδα 
Kορφολογάω = κόβω τις κορυφές των τρυφερών βλαστών 
Κουρνιαχτός =  μπουχός, σκόνη 
Κόσα (η) = εργαλείο σε σχήμα Γ με ξύλινη λαβή, 2 μέτρων περίπου, κατάλληλο για κοπή χόρτων
 Κότσι = παιδικό παιχνίδι
 Κορκοτσέλι = το ψιλό χαλάζι 
Κορώνω = βρωμάω
 Κοτάω = τολμώ (αποκοτιά= παράτολμη πράξη) 
Κουκουλώνω = σκεπάζω 
Κουμάσι (το) = 1) ο στάβλος του γουρουνιού 2) βρισιά για τον παλιάνθρωπο 
Κουμούτσι =  ξεροκόμματο  ψωμί 
Κουνούκλα (η) = άγριο θαμνώδες φυτό με χαρακτηριστική μυρωδιά
 Κουρεμπάτσης  = ο κουρεμένος σίρριζα με το ψαλίδι ή τη ψιλή μηχανή 
Κουρκούτι,το = 1) ο χυλός, πολτός από μπομποτάλευρο και νερό, 2)το θολωμένο μυαλό 
Κουρμπέτι,το =  το ταξίδι, σεργιάνι «βγήκες στο κουρμπέτι»
 Κουρελού = υφαντό από στενόμακρα κουρέλια 
Κούρνια (η) = το κοτέτσι, ο χώρος που κοιμούνται τα πτηνά 
Κουρνιαχτός (ο) = ο μπουχός, η σκόνη,
 Κουρούνα (η) = το μεγάλο κοράκι 
Κουρούνης = κακομοίρης (επαυξανόμενο : Μαυροκουρούνης) 
Κουρούπα (η) = δοχείο 
Κουσούρι  = ελάττωμα 
Κούτελο (το) = το μέτωπο
 Κουτουλάω = νυστάζω, χτυπώ το κεφάλι σε κάτι 
Κούτουλας = ξύλινο δοχείο για μέτρημα του γάλακτος, ίσο με δύο κιλά περίπου 
Κούτσουρο (το) = 1) κοντοκομμένος κορμός δέντρου 2) μτφ. ο έρημος, ο μοναχικός 
Κουτρούλι = ο σωρός από χώμα που γίνεται με το σκάψιμο του αμπελιού 
Κουτρουλιάζω = φυλάω το χωράφι να μην βοσκηθεί, φτιάχνω σε κάθε γωνιά κουτρούλια
 Κουτσούβελα = μικρά παιδιάΚόφα = Κοφίνι, μεγάλο καλάθι πλεκτό από βέργες λυγαριάς για την μεταφορά σταφυλιών και άλλων ειδών 
Κόφτρα (η) = μεγάλο πριόνι 
Κοψίδι (το) = κομμάτι ψητού κρέατος
 Κοψοχρονιά = μισοτιμής
  Κρέμαση (του μύλου) = το σημείο της πτώσης του νερού στο μύλο 
Κρένω =λέγω, μιλώ (Αγγέλω κρένει η μάνα σου… δημ. Τραγούδι)
 Κριτσανάω = τρώγω τραγανιστά τρόφιμα που βγάζουν ήχο 
Κωλώνω = δειλιάζω, οπισθοχωρώ 
Κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δημοφιλείς αναρτήσεις